Μηνιαία Ενημέρωση Απριλίου 2026

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, MD, PhD, Καρδιολόγος
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Υπεύθυνος Λιπιδαιμικού Ιατρείου Ευρωκλινικής Αθηνών

Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας
Υπεύθυνος Υπολιπιδαιμικού Ιατρείου και Ιατρείου Πρώιμης Στεφανιαίας Νόσου
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ποιά είναι η αξία του σκορ ασβεστίου των στεφανιαίων αρτηριών σε άτομα με αυξημένη λιποπρωτεΐνη (α)?

Η αξία του σκορ ασβεστίου των στεφανιαίων αρτηριών (coronary artery calcium, CAC) στην εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου ατόμων με αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] είναι αμφισβητήσιμη, δεδομένου ότι η Lp(a) σχετίζεται με μη-ασβεστωμένες αθηρωματικές πλάκες. Στη μελέτη αυτή αξιοποιήθηκαν δεδομένα από 11.319 συμμετέχοντες σε 4 μελέτες κοορτής στις ΗΠΑ με μέτρηση της Lp(a) και του CAC. Διαπιστώθηκε ότι σε άτομα με CAC=0, ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ήταν χαμηλός, αλλά μεγαλύτερος κατά 30% όταν τα επίπεδα της Lp(a) ήταν >50 mg/dL σε σχέση με επίπεδα ≤50 mg/dL. Σε συμμετέχοντες με CAC >0, ο κίνδυνος ήταν μεγαλύτερος με την αύξηση των επιπέδων της Lp(a), με το μεγαλύτερο κίνδυνο να καταγράφεται σε άτομα με CAC ≥300 και Lp(a) >5 mg/dL (περίπου 6 φορές μεγαλύτερος κίνδυνος σε σχέση με άτομα με CAC=0 και Lp(a) ≤50 mg/dL). Συμπερασματικά, τα αυξημένα επίπεδα της Lp(a) διατηρούν την προγνωστική τους αξία επιπρόσθετα του CAC. Μηδενικό σκορ ασβεστίου εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό προστατευτικό δείκτη, ανεξάρτητα από τη μικρή αύξηση του κινδύνου με την αυξημένη Lp(a).

(Bhatia HS, Fan Y, Dharmavaram G, et al. J Am Coll Cardiol. 2026:S0735-1097(26)05437-9. doi: 10.1016/j.jacc.2026.02.5067. Epub ahead of print.)

Τα αυξημένα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης (α) αποτελούν δυσμενή προγνωστικό παράγοντα σε ασθενείς με πολύ πρώιμη στεφανιαία νόσο

Στην παρούσα ανάλυση στοιχείων από τη μελέτη STAMINA (STudy of eArly Myocardial INfArction study) αξιολογήθηκε η προγνωστική αξία των επιπέδων της λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] σε άτομα με εκδήλωση οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ) πριν την ηλικία των 40 ετών. Σε συνολικά 378 συμμετέχοντες στη μελέτη καταγράφηκε η εκδήλωση μειζόνων καρδιαγγειακών επεισοδίων σε βάθος 8ετίας και συσχετίστηκε με την αρχική μέτρηση της Lp(a). Ποσοστό 36,8% των συμμετεχόντων εμφάνισε καρδιακό θάνατο, επανεισαγωγή λόγω ΟΣΣ, ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή επαναιμάτωση στεφανιαίων. Τα αυξημένα επίπεδα Lp(a) εμφάνιζαν οριακή, αλλά ανεξάρτητη, συσχέτιση με την εμφάνιση των καρδιαγγειακών επεισοδίων. Ασθενείς με αρχικά επίπεδα Lp(a) ≥50 mg/dL εμφάνιζαν κατά 82,6% αυξημένο κίνδυνο, ενώ σε αρχικά επίπεδα Lp(a) ≥70 mg/dL η αύξηση του κινδύνου ήταν 118%. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι αυξημένα επίπεδα Lp(a) σχετίζονται ανεξάρτητα με την εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων σε πολύ νέα άτομα με ΟΣΣ.

(Rallidis LS, Giannakopoulou SP, Kotakos C, et al. Coron Artery Dis. 2026. doi: 10.1097/MCA.0000000000001627. Epub ahead of print.)

Ποιά είναι η αξία των στατινών στην πρωτογενή πρόληψη στους ηλικιωμένους?

Η παρούσα ανάλυση αποτελεί μια αναδρομική μελέτη κοορτής στην οποία αξιοποιήθηκαν δεδομένα από άτομα ηλικίας ≥ 80 ετών με ελεύθερο ιστορικό για καρδιαγγειακή νόσο (ΚΑΝ) που ελάμβαναν ή δεν ελάμβαναν στατίνη πριν την αρχική αξιολόγηση. Αποκλείσθηκαν πάσχοντες από ΚΑΝ, χρόνια νεφρική νόσο υπό αιμοκάθαρση και αυτοί που απεβίωσαν εντός ενός έτους από τη συμμετοχή τους. Σε συνολικό αριθμό 15.745 συμμετεχόντων, οι 8.413 ελάμβαναν στατίνη. Σε παρακολούθηση 4 ετίας η λήψη στατίνης σχετίσθηκε με μείωση της θνητότητας κατά 31% και με μείωση της εμφάνισης οξέων στεφανιαίων επεισοδίων κατά 20%. Παράλληλα, δεν καταγράφηκε ουσιαστική διαφορά στην εμφάνιση σακχαρώδη διαβήτη, μυοπάθειας ή άνοιας. Συμπερασματικά, η συνέχιση λήψης στατίνης σε ηλικιωμένους ασθενείς σε πλαίσιο πρωτογενούς πρόληψης σχετίζεται με κλινικό όφελος χωρίς εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών, ενώ η διακοπή της σχετίζεται με εξάλειψη της ευνοϊκής της επίδρασης σε αυτό τον πληθυσμό.

(Lavon O, Hamodi W, Kassem S. J Am Geriatr Soc. 2026. doi: 10.1111/jgs.70375. Epub ahead of print.)

Ποιά η αξία της ασπιρίνης στην εμφάνιση ασβεστοποιού στένωσης αορτικής βαλβίδας σε ασθενείς με αυξημένη λιποπρωτεΐνη (α)?

Τα αυξημένα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] και της LDL-χολ έχουν συνδεθεί αιτιολογικά με την ασβέστωση της αορτικής βαλβίδας (ΑΒ) και την εμφάνιση αορτικής στένωσης. Δεδομένου ότι η Lp(a) έχει αντι-ινωδολυτικές ιδιότητες, η ασπιρίνη πιθανώς ελαττώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο σε άτομα με αυξημένα επίπεδα. Στην ανάλυση αυτή αξιολογήθηκαν δεδομένα από τη μελέτη MESA (Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis) με στόχο να αποσαφηνισθεί η επίδραση της ασπιρίνης στην ασβέστωση και στένωση της ΑΒ σε άτομα με διαφορετικά επίπεδα Lp(a) και LDL-χολ. Συνολικά 6.598 συμμετέχοντες υπεβλήθησαν σε μέτρηση του ασβεστίου της ΑΒ με αξονική τομογραφία. Άτομα που ανέφεραν τακτική λήψη ασπιρίνης και είχαν αυξημένα επίπεδα Lp(a) ≥75 mg/dL εμφάνιζαν κατά 58% χαμηλότερο κίνδυνο ασβέστωσης αορτικής και κατά 98% χαμηλότερο κίνδυνο εμφάνισης σοβαρής στένωσης ΑΒ. Αντίστοιχη συσχέτιση δε βρέθηκε ανάλογα με τα επίπεδα της LDL-χολ. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι η χορήγηση ασπιρίνης σε άτομα με αυξημένα επίπεδα Lp(a) πιθανώς σχετίζεται με μείωση της επίπτωσης ασβέστωσης και σοβαρής στένωσης της ΑΒ.

(Razavi AC, Bhatia HS, Marrero N, et al. Eur Heart J. 2026:ehag018. doi: 10.1093/eurheartj/ehag018. Epub ahead of print.)

Ποιά είναι η αντιμετώπιση και οι συνέπειες της γονιδιακά επιβεβαιωμένης οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας?

Στη μελέτη κοορτής All of Us (AoU) οι συμμετέχοντες υπεβλήθησαν σε γονιδιακή ανάλυση προκειμένου να αναγνωριστούν περιστατικά με γονιδιακά επιβεβαιωμένη οικογενή υπερχοληστερολαιμία (Familial Hypercholesterolemia, FH). Καταγράφηκαν μεταλλάξεις σε γονίδια των LDLR, APOB, και PCSK9 που σχετίζονται με την FH. Σε 245.388 συμμετέχοντες η FH επιβεβαιώθηκε γενετικά σε 865 (0,35%, δηλ. ένας στους 287) και είχε χορηγηθεί στατίνη στο 40% ενώ μέτρηση λιπιδίων είχε γίνει στο 38,4%. Η επίπτωση των καρδιαγγειακών νοσημάτων (στεφανιαία νόσος, περιφερική αρτηριακή νόσος, αγγειακή εγκεφαλική νόσος) ήταν σημαντικά μεγαλύτερη συγκριτικά με άτομα χωρίς γενετικά επιβεβαιωμένη FH. Επιπλέον, σε χαμηλότερο ποσοστό πάσχοντες από FH είχαν πετύχει τιμές LDL-χολ <100 mg/dL με τη λήψη υπολιπιδαιμικής αγωγής (30,1% έναντι 48,2% σε άτομα χωρίς FH), ενώ σε επίπεδο δευτερογενούς πρόληψης μόνο ποσοστό 19,33% είχε τιμές  LDL-χολ <70 mg/dL με τη λήψη αγωγής. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι το ποσοστό της γονιδιακά επιβεβαιωμένης FH στον πληθυσμό της μελέτης αφορά περίπου ένα στα 300 άτομα και ότι οι περισσότεροι εξ’αυτών των υψηλού κινδύνου ασθενών βρίσκεται εκτός στόχου όσον αφορά στις λιπιδαιμικές παραμέτρους.

(Spinks C, Selvaraj MS, Robinson C, et al. JAMA Cardiol. 2026:e260006. doi: 10.1001/jamacardio.2026.0006. Epub ahead of print.)