Μηνιαία Ενημέρωση Μαΐου 2026

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, MD, PhD, Καρδιολόγος
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Υπεύθυνος Λιπιδαιμικού Ιατρείου Ευρωκλινικής Αθηνών

Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας
Υπεύθυνος Υπολιπιδαιμικού Ιατρείου και Ιατρείου Πρώιμης Στεφανιαίας Νόσου
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ποιά είναι η επίδραση της εβολοκουμάμπης στην εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη?

Το καρδιαγγειακό κλινικό όφελος της θεραπείας με αναστολείς της PCSK-9 έχει αποδειχθεί σε ασθενείς με γνωστή καρδιαγγειακή νόσο (ΚΑΝ). Η μελέτη VESALIUS-CV αποτελεί μια πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη που συμπεριέλαβε ασθενείς χωρίς ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και με επίπεδα LDL-χολ >90 mg/dL, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε 140 mg εβολοκουμάμπης  ανά 2 εβδομάδες ή εικονικό φάρμακο. Στην ανάλυση αξιοποιήθηκαν δεδομένα από 3.655 συμμετέχοντες με πρωταρχικό τελικό σημείο την εκδήλωση μειζόνων καρδιαγγειακών επεισοδίων. Οι συμμετέχοντες υπό εβολοκουμάμπη μετά από 48 εβδομάδες εμφάνιζαν διάμεση τιμή LDL-χολ 52 mg/dL έναντι 111 mg/dL στην ομάδα ελέγχου. Μετά από περίπου 5 έτη παρακολούθησης το διπλό πρωταρχικό τελικό σημείο (3-P MACE και 4-P MACE) ήταν κατά 31% χαμηλότερο στην ομάδα της εβολοκουμάμπης. Επιπλέον, καταγράφηκε ελάττωση της θνητότητας κατά 24%. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η χορήγηση εβολοκουμάμπης προσφέρει κλινικό όφελος σε υψηλού κινδύνου ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη και ελεύθερο ιστορικό για ΚΑΝ.

(Marston NA, Bohula EA, Bhatia AK, et al. JAMA. 2026;335:1400-1407)

Υπερέχει ο εντατικός έναντι του συμβατικού στόχου της LDL-χολ σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο?

Στη μελέτη Ez-PAVE εξετάσθηκε η υπεροχή της στοχοθέτησης της LDL-χολ <55 mg/dL σε πάσχοντες από καρδιαγγειακή νόσο (ΚΑΝ), όπως προτείνεται από τις πρόσφατες κατευθυντήριες οδηγίες, έναντι της περισσότερο «χαλαρής» στοχοθέτησης της LDL-χολ <70 mg/dL. Στην ανοικτή αυτή μελέτη με 3.048 ασθενείς από τη Νότια Κορέα, οι μισοί τυχαιοποίηθηκαν σε στοχοθέτηση LDL-χολ <55 mg/dL έναντι του λιγότερου αυστηρού στόχου της LDL-χολ <70 mg/dL. Σε παρακολούθηση 3ετίας η LDL-χολ ήταν 56 mg/dL στο σκέλος του πιο αυστηρού στόχου και 66 mg/dL στην ομάδα με στόχο της LDL-χολ <70 mg/dL. Το πρωταρχικό τελικό σημείο (καρδιαγγειακός θάνατος, έμφραγμα μυοκαρδίου, ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, νοσηλεία λόγω ασταθούς στηθάγχης) ήταν κατά 33% λιγότερο στην ομάδα με αυστηρή στοχοθέτηση. Όσον αφορά ζητήματα ασφάλειας δεν καταγράφηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στα προκαθορισμένα τελικά σημεία. Οι ερευνητές καταδεικνύουν ότι στοχοθέτηση της  LDL-χολ <55 mg/dL σε πάσχοντες από ΚΑΝ επιφέρει μεγαλύτερο κλινικό όφελος στην 3ετία σε σχέση με τη στοχοθέτηση της LDL-χολ <70 mg/dL.

(Lee YJ, Lee SJ, Kim JW, et al. N Engl J Med. 2026;394:1365-1375)

Πώς παρακολουθούν τα λιπίδιά τους και λαμβάνουν υπολιπιδαιμική αγωγή τα νεαρά άτομα στις ΗΠΑ?

>50% των νεαρών ενηλίκων στις ΗΠΑ έχουν LDL-χολ ≥100 mg/dL, αλλά συνήθως δεν γνωρίζουν τα επίπεδα των λιπιδίων τους συγκριτικά με μεγαλύτερα άτομα. Στην παρούσα μελέτη εντοπίστηκαν 771.681 άτομα ηλικίας 18 έως 39 ετών από τη Νότια Καλιφόρνια με αρχική μέτρηση λιπιδίων μεταξύ του 2008 και 2020. Ακολούθησε παρακολούθηση σχετικά με την επανεξέταση των λιπιδίων και την έναρξη στατίνης, ιδιαίτερα σε άτομα με LDL-χολ ≥190 mg/dL και σε άτομα υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου με LDL-χολ 160-189 mg/dL. Στον πληθυσμό της μελέτης 65,9%, 25,3%, 6,9%, και 1,9% είχαν αρχική LDL-χολ  100-129 mg/dL, 130-159 mg/dL, 160-189 mg/dL και ≥190 mg/dL, αντίστοιχα. Ανάμεσα στα άτομα με LDL-χολ ≥190 mg/dL, το 28,4%, 33,5% και 45,7% ξεκίνησαν στατίνη σε 1, 2 και 5 έτη, αντίστοιχα. Το ποσοστό των νεαρών υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου με LDL-χολ= 160-189 mg/dL που ξεκίνησαν θεραπεία με στατίνη ήταν 25,3%, 31,9%, και 46,4% σε 1, 2 και 5 έτη, όμως τα ποσοστά ετήσιας επανεξέτασης των λιπιδίων εμφάνιζαν φθίνουσα πορεία από 52,5% σε 35,4% από το 2008 στο 2018. Επίσης, βρέθηκε ότι η έναρξη στατίνης εμφάνισε φθίνουσα πορεία από το 2008 έως το 2018 και στις 2 υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου ομάδες. Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι υπάρχει κενό στην παρακολούθηση και αντιμετώπιση των νεαρών με δυσλιπιδαιμία που οδηγεί σε χαμένες ευκαιρίες έγκαιρης πρόληψης της καρδιαγγειακής νόσου.

(Harrison TN, Zhang Y, Choi SK, et al. J Am Coll Cardiol. 2025:S0735-1097(25)10063-6)

Πώς επηρεάζει η ατμοσφαιρική ρύπανση και το κλίμα την καρδιαγγειακή υγεία των παιδιών?

Η έκθεση στην ατμοσφαιρική ρύπανση και σε διάφορα καιρικά φαινόμενα επηρεάζει δυσμενώς την καρδιαγγειακή υγεία των ενηλίκων, δεν είναι όμως γνωστή η επίδραση στα παιδιά. Στην ανάλυση αυτή αξιολογήθηκαν δεδομένα από 2.029 παιδιά σε διαφορετικές περιοχές της Κίνας, όπου εξετάσθηκε η έκθεση σε αιωρούμενα μικροσωματίδια <2,5 μm, στη θερμοκρασία, σε ακραία καιρικά φαινόμενα μεταβολής της θερμοκρασίας και στη σχετική υγρασία με καρδιαγγειακές υπερηχογραφικές παραμέτρους. Βρέθηκε ότι τα φαινόμενα αυτά σχετίζονταν με μεταβολή στη δομή και στη λειτουργία της καρδιάς από την κύηση έως την πλήρη έκθεση, με αύξηση του πάχους του έσω-μέσου χιτώνα των καρωτίδων και με χαμηλό κλάσμα εξώθησης αριστερής κοιλίας. Επίσης, εντοπίστηκαν βιοδείκτες που συνδέουν τους περιβαλλοντικούς παράγοντες με ανώμαλη καρδιαγγειακή αναδιαμόρφωση στα παιδιά (hexosylceramide, phosphoenolpyruvate και triacylglyceride). Συμπερασματικά, τα δεδομένα αυτά καταδεικνύουν την επιβλαβή επίδραση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και των καιρικών φαινομένων στην καρδιαγγειακή υγεία των παιδιών και καθιστούν αναγκαία τη λήψη κατάλληλων μέτρων βελτίωσης των περιβαλλοντικών παραμέτρων.

(Zhang D, Liang F, Li Q, et al. Eur Heart J. 2026:ehaf1086. doi: 10.1093/eurheartj/ehaf1086. Epub ahead of print.)

Ποιά είναι η σχέση κόστους-οφέλους της μέτρησης της apoB για την καθοδήγηση της υπολιπιδαιμικής θεραπείας? 

Η απολιποπρωτεϊνη Β (apoB) αποτελεί ανώτερο δείκτη του υπολειπόμενου καρδιαγγειακού κινδύνου σε ασθενείς υπό υπολιπιδαιμική θεραπεία συγκριτικά με την LDL-χολ και τη non-HDL-χολ. Η παρούσα μελέτη εξέτασε συγκριτικά τη σχέση κόστους-οφέλους όταν η υπολιπιδαιμική αγωγή τροποποιείται βάσει αυτών των βιοχημικών παραμέτρων. Χρησιμοποιήθηκε ένα μοντέλο προσομοίωσης σε 4.149 άτομα που ξεκίνησαν θεραπεία βάσει των Αμερικάνικων κατευθυντήριων οδηγιών του 2018. Οι συμμετέχοντες υπεβλήθησαν σε ενίσχυση της υπολιπιδαιμικής θεραπείας όταν δεν είχε επιτευχθεί ο στόχος για την LDL-χολ <100 mg/dL, για την non-HDLχολ <118 mg/dL ή για την apoB <78,7 mg/dL και υπολογίσθηκαν το οικονομικό κόστος και τα ισόβια quality-adjusted life-years (QALYs). Συγκριτικά με την προσέγγιση με χρήση της LDL-χολ ως θεραπευτικό στόχο, η χρήση της non-HDL-χολ συνοδεύτηκε από αύξηση των QALYs κατά 965 με μείωση του κόστους κατά 2,1 εκατομ. δολάρια. Αντίστοιχα, η χρήση της apoB ως θεραπευτικού στόχου συγκριτικά με την non-HDL-χολ συνοδεύτηκε από αύξηση των QALYs κατά 1324 με αύξηση του κόστους κατά 40,2 εκατομ. δολάρια, δηλαδή αύξηση της σχέσης κόστους-αποτελεσματικότητας κατά 30.300 δολάρια/QALY, καθιστώντας τον στόχο για την apoB βέλτιστο στο 65% των αναλύσεων πιθανοτήτων. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι η χρήση της apoB για την καθοδήγηση της υπολιπιδαιμικής θεραπείας  στο πλαίσιο πρωτογενούς καρδιαγγειακής πρόληψης συνοδεύεται από ευνοϊκή σχέση κόστους-οφέλους.

(Luebbe S, Sniderman AD, Moran AE, et al. JAMA. 2026:e262986. doi: 10.1001/jama.2026.2986. Epub ahead of print.)