Επιμέλεια:
Χ. Μιχαλακέας, MD, PhD, Καρδιολόγος
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Υπεύθυνος Λιπιδαιμικού Ιατρείου Ευρωκλινικής Αθηνών
Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας
Υπεύθυνος Υπολιπιδαιμικού Ιατρείου και Ιατρείου Πρώιμης Στεφανιαίας Νόσου
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική Π.Γ.Ν. «Αττικόν»
Ποιά είναι η προγνωστική αξία της μιας μέτρησης τριών βιοχημικών δεικτών (Lp(a), hsCRP, LDL-χολ) στο πλαίσιο πρωτογενούς καρδιαγγειακής πρόληψης?
Πρόσφατα στοιχεία από πληθυσμιακές μελέτες έχουν αναδείξει την αξία μιας μέτρησης τριών βιοχημικών δεικτών σε γυναίκες στην πρωτογενή καρδιαγγειακή πρόληψη. Η παρούσα ανάλυση δεδομένων από τη μελέτη EPIC-Norfolk είχε ως στόχο την εξέταση της υπόθεσης αυτής σε ευρωπαϊκό πληθυσμό ανδρών και γυναικών χωρίς γνωστή καρδιαγγειακή νόσο κατά την αρχική αξιολόγηση. Σε 17.087 συμμετέχοντες μετρήθηκαν τα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)], της υψηλής ευαισθησίας C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (hsCRP) και της LDL-χολ. Μετά από 20 χρόνια παρακολούθησης η αύξηση του κινδύνου εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων ήταν 78% για την LDL-χολ, 55% για την hsCRP και 19% για την Lp(a) (σύγκριση του ανώτερου έναντι του χαμηλότερου πεμπτημόριου). Συγκριτικά με συμμετέχοντες που εμφάνιζαν χαμηλές τιμές σε όλους τους βιοδείκτες όσοι εμφάνιζαν αύξηση σε έναν, σε δύο ή και στους τρεις είχαν αναλογία κινδύνου 1,33, 1,68 και 2,41 αντίστοιχα. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι μια στρατηγική μιας μοναδικής μέτρησης των τριών βιοδεικτών στο γενικό πληθυσμό έχει σημαντική προβλεπτική αξία για την πρόγνωση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε βάθος εικοσαετίας.
(Kraaijenhof JM, Nurmohamed NS, Nordestgaard AT, et al. Eur Heart J. 2025;46:3875-3884)
Πώς επηρεάζει η χρήση αλκοόλ τον κίνδυνο εμφάνισης άνοιας?
Στην παρούσα ανάλυση αξιολογήθηκαν δεδομένα από δύο μεγάλες κοορτές (US Million Veteran Programme και UK Biobank) με στόχο τη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στη λήψη αλκοόλ και εμφάνισης άνοιας. Σε συνολικά 559.559 συμμετέχοντες ηλικίας 56-72 ετών στην αρχική αξιολόγηση καταγράφηκαν 14.540 περιστατικά άνοιας σε βαθος 12ετίας. Στις αναλύσεις παρατήρησης βρέθηκε αύξηση της εμφάνισης άνοιας σε άτομα χωρίς κατανάλωση αλκοόλ, σε άτομα με μεγάλη κατανάλωση αλκοόλ (> 40 ποτά/εβδομάδα) και σε άτομα με αλκοολική διαταραχή συγκριτικά με ελαφρά κατανάλωση αλκοόλ. Αντίθετα, σε γενετικές μελέτες διαπιστώθηκε γραμμική σχέση ανάμεσα στην κατανάλωση αλκοόλ και στην εμφάνιση άνοιας, με αύξηση του κινδύνου κατά 15% για κάθε σταθερά απόκλιση κατανάλωσης ποτών/εβδομάδα. Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι η κατανάλωση αλκοόλ σε οποιασδήποτε μορφή φαίνεται να σχετίζεται με αύξηση του κινδύνου εμφάνισης άνοιας και προτείνουν την υιοθέτηση πολιτικών υγείας με περιορισμό της χρήσης αλκοόλ με στόχο την μείωση της επίπτωσης της άνοιας.
(Topiwala A, Levey DF, Zhou H, et al. BMJ Evid Based Med. 2025:bmjebm-2025-113913. doi: 10.1136/bmjebm-2025-113913. Epub ahead of print.)
Ποιός είναι ο επιπολασμός μη-βέλτιστης ρύθμισης των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου πριν την εκδήλωση των καρδιαγγειακών νοσημάτων?
Η παρούσα ανάλυση είχε ως στόχο να εντοπίσει την παρουσία μη-βέλτιστα ρυθμισμένων παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου (ΠΚ) πριν την πρώτη εκδήλωση στεφανιαίας νόσου (ΣΝ), καρδιακής ανεπάρκειας (ΚΑ) ή αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ). Αξιοποιήθηκαν δεδομένα από δυο κοορτές: KNHIS (Korean National Health Insurance Service, n = 9.341.100) και MESA (Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis, n = 6.803). Ως μη-βέλτιστα ρυθμισμένοι παραδοσιακοί ΠΚ ορίστηκαν συστολική αρτηριακή πίεση ≥120 mm Hg ή διαστολική αρτηριακή πίεση ≥80 mm Hg ή η λήψη αντιϋπερτασικής αγωγής, χοληστερόλη ≥200 mg/dL ή λήψη υπολιπιδαιμικής αγωγής, γλυκόζη νηστείας ≥100 mg/dL, διάγνωση διαβήτη ή λήψη αντιδιαβητικής αγωγής, κάπνισμα (τρέχον ή στο παρελθόν) πριν την εκδήλωση της καρδιαγγειακής νόσου (ΚΑΝ). Η παρουσία τουλάχιστον ενός μη-βέλτιστα ρυθμισμένου ΠΚ ήταν εξαιρετικά συχνή πριν την εκδήλωση οποιασδήποτε μορφής ΚΑΝ (>99%) και στις δύο ομάδες, ανεξάρτητα από την ηλικία και το φύλο. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι η μη-ρύθμιση των παραδοσιακών παραγόντων κινδύνου αποτελεί κοινή συνιστώσα σε άτομα που εκδηλώνουν ΚΑΝ, υπογραμμίζοντας το γεγονός ότι η ΣΝ, η ΚΑ και το ΑΕΕ σπάνια λαμβάνουν χώρα απουσία των γνωστών ΠΚ.
(Lee H, Huang X, Khan SS, et al. J Am Coll Cardiol. 2025;86:1017-1029)
Τα επίπεδα της LDL-χολ, της Lp(a) και της hsCRP αποτελούν ανεξάρτητους προγνωστικούς δείκτες καρδιαγγειακών επεισοδίων
Στην παρούσα ανάλυση δεδομένων από την UK Biobank αξιολογήθηκε η συσχέτιση των επιπέδων της LDL-χολ, της λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] και της υψηλής ευαισθησίας C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (hsCRP) με τον κίνδυνο εμφάνισης μειζόνων καρδιαγγειακών επεισοδίων, τόσο μεμονωμένα όσο και σε συνδυασμό. Αξιοποιήθηκαν στοιχεία από 322.922 συμμετέχοντες που διαστρωματώθηκαν ανάλογα με τη λήψη ή μη υπολιπιδαιμικής αγωγής. Σε παρακολούθηση 13,7 ετών καταγράφηκε η εμφάνιση καρδιαγγειακού επεισοδίου σε ποσοστό 9,69% των συμμετεχόντων. Για κάθε αύξηση των επιπέδων της LDL-χολ, της Lp(a) και της hsCRP κατά μια σταθερά απόκλιση διαπιστώθηκε αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου κατά 13%, 8% και 6% σε μη-χρήστες υπολιπιδαιμικής θεραπείας και κατά 11%, 7% και 6% σε άτομα που ελάμβαναν υπολιπιδαιμική αγωγή αντίστοιχα. Οι βιοδείκτες εμφάνιζαν ανεξάρτητη προγνωστική αξία, ο συνδυασμός τους όμως εμφάνιζε συνεργική δράση, με αύξηση του κινδύνου κατά 77% και κατά 58% για χρήστες ή μη-χρήστες υπολιπιδαιμικής θεραπείας όταν και οι τρεις δείκτες υπερέβαιναν την 75η εκατοστιαία θέση. Εν κατακλείδι, οι βιοχημικοί δείκτες υπερλιπιδαιμίας και φλεγμονής επιδεικνύουν ανεξάρτητη και συνεργιστική προγνωστική αξία ανεξάρτητα από τη λήψη υπολιπιδαιμικής αγωγής.
(Markus MRP, Ittermann T, Mariño Coronado J, et al. Eur Heart J. 2025;46:3863-3874)
Προσφέρει επιπλέον όφελος η προσθήκη ασπιρίνης σε ασθενείς με αγγειοπλαστική στεφανιαίων που λαμβάνουν ήδη από του στόματος αντιπηκτικά?
Η κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή για τη δευτερογενή καρδιαγγειακή πρόληψη σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο και υψηλό αθηροθρομβωτικό κίνδυνο που λαμβάνουν ήδη αντιπηκτική αγωγή παραμένει χωρίς επαρκή τεκμηρίωση. Η παρούσα πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη συμπεριέλαβε ασθενείς υπό αντιπηκτική αγωγή, οι οποίοι είχαν υποβληθεί σε αγγειοπλαστική στεφανιαίων τουλάχιστον προ 6μηνου. Συνολικά 872 ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν να λάβουν 100 mg ασπιρίνης ή εικονικό φάρμακο, επιπλέον της από του στόματος αντιπηκτικής αγωγής. Η μελέτη διεκόπη πρώιμα μετά από μια διάμεση περίοδο παρακολούθησης 2,2 ετών λόγω αυξημένου αριθμού θανάτων στην ομάδα της ασπιρίνης κατά 72%. Το πρωταρχικό τελικό σημείο μειζόνων καρδιαγγειακών επεισοδίων κατεγράφη σε ποσοστό 16,9% στην ομάδα της ασπιρίνης έναντι 12,1% στην ομάδα ελέγχου (αναλογία κινδύνου 1,53, p=0,02), ενώ μείζονα αιμορραγικά συμβάματα καταγράφηκαν σε ποσοστό 10,2% στους συμμετέχοντες υπό ασπιρίνη έναντι 3,4% στην ομάδα ελέγχου (αναλογία κινδύνου 3,35, p<0,001). Συμπερασματικά, σε ασθενείς με χρόνιο στεφανιαίο σύνδρομο και υψηλό αθηροθρομβωτικό κίνδυνο που ήδη λαμβάνουν από του στόματος αντιπηκτική αγωγή η προσθήκη ασπιρίνης οδήγησε σε αύξηση τόσο του καρδιαγγειακού όσο και του αιμορραγικού κινδύνου.
(Lemesle G, Didier R, Steg PG, et al. N Engl J Med. 2025;393:1578-1588)


