Επιμέλεια:
Χ. Μιχαλακέας, MD, PhD, Καρδιολόγος
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Υπεύθυνος Λιπιδαιμικού Ιατρείου Ευρωκλινικής Αθηνών
Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας
Υπεύθυνος Υπολιπιδαιμικού Ιατρείου και Ιατρείου Πρώιμης Στεφανιαίας Νόσου
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική Π.Γ.Ν. «Αττικόν»
Ποιά είναι η σχέση ανάμεσα στη λιπώδη διήθηση του ήπατος και την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου σε νεαρούς ενήλικες?
Η λιπώδης διήθηση του ήπατος αποτελεί τη συχνότερη χρόνια ηπατοπάθεια παγκοσμίως. Δεν υπάρχουν όμως επαρκή δεδομένα που να συνδέουν τη λιπώδη διήθηση με την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου (ΚΑΝ) στα νεαρά άτομα. Αξιοποιήθηκαν δεδομένα από τη μελέτη Young Finns Study σε 2008 άτομα ηλικίας 34-49 ετών. Λιπώδες ήπαρ εντοπίστηκε σε ποσοστό 19% των συμμετεχόντων και συνδέθηκε με αύξηση του κινδύνου εμφάνισης ΚΑΝ κατά 76% και στεφανιαίας νόσου (ΣΝ) με αναλογία κινδύνου 2,1. Η ομαλοποίηση των αποτελεσμάτων ανάλογα με τα επίπεδα της apoB εξασθένισε τη σχέση της λιπώδους διήθησης ήπατος με την εμφάνιση ΚΑΝ, αλλά όχι για εμφάνιση ΣΝ, που παρέμεινε στατιστικά σημαντική με αύξηση του κινδύνου κατά 81%, ακόμη και μετά από ομαλοποίηση για τα επίπεδα της CRP. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι η παρουσία λιπώδους διήθησης του ήπατος σε νέους ενήλικες σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΣΝ ακόμη και μετά από ομαλοποίηση για δείκτες φλεγμονής και για τις λιπιδαιμικές παραμέτρους.
(Raitakari O, Pahkala K, Rovio S, et al. Atherosclerosis. 2026;421:121882)
Ποιά είναι η αποτελεσματικότητα του νέου υπολιπιδαιμικού φαρμάκου SHR-1918 σε πάσχοντες από υπερλιπιδαιμία?
Το νεότερο φάρμακο SHR-1918 είναι ένα αντίσωμα κατά της angiopoietin-like 3 protein (ANGPTL-3) με μακρά διάρκεια δράσης. Στην παρούσα διπλά-τυφλή μελέτη αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα της χορήγησης του φαρμάκου σε μεσοδιαστήματα 12 εβδομάδων. Συμμετείχαν 44 ασθενείς με υπερλιπιδαιμία, εκτός στόχου για την LDL-χολ παρά τη λήψη μέγιστης φαρμακευτικής αγωγής, οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε υποδόρια έγχυση 600 ή 1200 mg SHR-1918 ή σε εικονικό φάρμακο ανά τρίμηνο για συνολικά περίπου 8 μήνες. Με το πέρας της περιόδου παρακολούθησης οι συμμετέχοντες υπό 600 mg SHR-1918 εμφάνιζαν μείωση της LDL-χολ κατά 20,8%, αυτοί υπό 1200 mg κατά 25,1% και ασθενείς υπό εικονικό φάρμακο κατά 2,2%. Η αντίστοιχη επίδραση του SHR-1918 στα τριγλυκερίδια εκφράστηκε με μείωση κατά 49,8% για τη δόση των 600 mg και κατά 58,8% για τα 1200 mg. Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι η προσθήκη στην υπολιπιδαιμική θεραπεία του νεότερου φαρμάκου SHR-1918 σε αραιό δοσολογικό σχήμα οδηγεί σε περαιτέρω ελάττωση της LDL-χολ.
(Zhong W, Zhang J, Zhu D, et al. JACC Asia. 2026:S2772-3747(26)00608-3)
Υπάρχει όφελος από την ενδονοσοκομειακή έναρξη αλιροκουμάμπης σε ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο?
Πρόκειται για αναδρομική ανάλυση δεδομένων αληθινού πληθυσμού από βάση δεδομένων ασθενών με οξύ προκάρδιο άλγος στην Κίνα. Ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ) έλαβαν ενδονοσοκομειακά τον αναστολέα της PCSK9 αλιροκουμάμπη (n=6.414) και συγκρίθηκαν ως προς την εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων στο έτος με 25.656 ασθενείς με τη συνήθη αντιμετώπιση. Οι ασθενείς που έλαβαν αλιροκουμάμπη εμφάνιζαν χαμηλότερα επίπεδα LDL-χολ, καθώς και υψηλότερα ποσοστά επίτευξης του στόχου LDL-χολ < 55 mg/dL συγκριτικά με τους ασθενείς υπό τη συνήθη υπολιπιδαιμική αντιμετώπιση. Επιπλέον, η ενδονοσοκομειακή έναρξη χορήγησης της αλιροκουμάμπης σχετιζόταν με χαμηλότερο ποσοστό εμφάνισης μειζόνων καρδιαγγειακών επεισοδίων (2,76 έναντι 3,95 ανά 100 ανθρωπο-έτη, p=0,003). Συμπερασματικά, η ενδονοσοκομειακή έναρξη αλιροκουμπαμπης σε πραγματικούς ασθενείς με ΟΣΣ στην Κίνα συνοδεύεται από υψηλότερο ποσοστό επίτευξης του λιπιδαιμικού στόχου με αντίστοιχο καρδιαγγειακό όφελος.
(Yu Y, Li D, Shan D, et al. Atherosclerosis. 2026;421:121864)
Ποιά είναι η επίδραση της ασπιρίνης στην εμφάνιση στένωσης της αορτικής βαλβίδας ανάλογα με τα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης (α)?
H λιποπρωτεΐνη (α) [Lp(a)] και η LDL-χολ σχετίζονται αιτιολογικά με την ασβέστωση και τη στένωση της αορτικής βαλβίδας (ΑΒ). Στην ανάλυση αυτή αξιοποιήθηκαν δεδομένα από 6.598 συμμετέχοντες στη μελέτη MESA (Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis) προκειμένου να εκτιμηθεί η επίδραση της ασπιρίνης στην εμφάνιση αορτικής στένωσης (ΑΣ), ανάλογα με τα επίπεδα της Lp(a) και της LDL-χολ. Οι συμμετέχοντες, μέσης ηλικίας 62 ετών, ελάμβαναν τακτικά ασπιρίνη σε ποσοστό 23% και υπεβλήθησαν σε μέτρηση του ασβεστίου της αορτικής βαλβίδας με αξονική τομογραφία. Σε παρακολούθηση περίπου 9 ετών ποσοστό 8% ανέπτυξε ασβέστωση ΑΒ και σε 17 περίπου έτη ποσοστό 1% εμφάνισε σοβαρή ΑΣ. Ανάμεσα στους συμμετέχοντες που εμφάνιζαν αυξημένα επίπεδα Lp(a) >75 mg/dL η συστηματική χορήγηση ασπιρίνης φάνηκε να επιδρά ευνοϊκά μειώνοντας την πιθανότητα εμφάνισης ασβέστωσης της ΑΒ κατά 58% και της σοβαρής ΑΣ κατά 98%. Αντίστοιχα, δεν εντοπίσθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάλογα με τα επίπεδα της LDL-χολ των συμμετεχόντων. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι σε αυτή τη μελέτη παρατήρησης κοορτής η συστηματική χορήγηση ασπιρίνης σε άτομα με αυξημένα επίπεδα Lp(a) οδήγησε σε μείωση της εμφάνισης ασβέστωσης και στένωσης της ΑΒ.
(Razavi AC, Bhatia HS, Marrero N, et al. Eur Heart J. 2026;47(34):4792-480)
Μπορεί το SCORE2-HF να προβλέψει αξιόπιστα την πιθανότητα εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας σε άτομα χωρίς γνωστή καρδιαγγειακή νόσο?
Στόχος των συγγραφέων ήταν να αναπτύξουν και να επικυρώσουν ένα προγνωστικό μοντέλο εκτίμησης του κινδύνου εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας (ΚΑ) σε άτομα ηλικίας >40 ετών. Αξιοποιώντας δεδομένα 25 προοπτικών μελετών από 14 χώρες αναπτύχθηκε το μοντέλο SCORE2-HF, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται: ηλικία, κάπνισμα, συστολική αρτηριακή πίεση, αντιϋπερτασική θεραπεία, δείκτης μάζας-σώματος (ΔΜΣ), εκτιμώμενος ρυθμός σπειραματικής διήθησης και η παρουσία ΣΔ (ηλικία διάγνωσης και επίπεδα γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης). Ακολούθως, το μοντέλο επικυρώθηκε με τη χρήση στατιστικών στοιχείων από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας και από καταγραφές υγείας του πληθυσμού 5 ευρωπαϊκών χωρών. Βρέθηκε ότι σε χώρες χαμηλού κινδύνου ο 10ετής κίνδυνος εμφάνισης ΚΑ σε άτομα ηλικίας 70 ετών με ΣΔ, κάπνισμα, υπέρταση και ΔΜΣ ≥30 kg/m2 έναντι ατόμων με κανένα παράγοντα κινδύνου ήταν 24% έναντι 8% στους άνδρες και 20% έναντι 6% στις γυναίκες. Σε χώρες πολύ υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου το αντίστοιχο ποσοστό εκτιμήθηκε στο 59% ανεξαρτήτως φύλου. Συμπερασματικά, η χρήση του SCORE2-HF μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εκτίμηση του κινδύνου εμφάνισης ΚΑ στη 10ετία και στην 30ετία σε ευρωπαϊκό πληθυσμό φαινομενικά υγιών ατόμων.
(SCORE2-HF Writing Group and European Society of Cardiology’s Cardiovascular Risk Collaboration (CRC) Unit. Eur Heart J. 2026;47(34):4758-4772)


