Επιμέλεια:
Χ. Μιχαλακέας, MD, PhD, Καρδιολόγος
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Υπεύθυνος Λιπιδαιμικού Ιατρείου Ευρωκλινικής Αθηνών
Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας
Υπεύθυνος Υπολιπιδαιμικού Ιατρείου και Ιατρείου Πρώιμης Στεφανιαίας Νόσου
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική Π.Γ.Ν. «Αττικόν»
Ποιά είναι η σχέση ανάμεσα στο άτμισμα ηλεκτρονικού τσιγάρου και στον καρδιαγγειακό κίνδυνο νεαρών ατόμων?
Ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ατόμων που ατμίζουν ηλεκτρονικό τσιγάρο δεν είναι γνωστός. Στη μελέτη VapeScan αξιολογήθηκαν δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου σε άτομα ηλικίας 18-49 ετών ανάλογα με τις καπνιστικές του συνήθειες. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε 4 κατηγορίες: ατμιστές που δεν κάπνισαν ποτέ, ατμιστές πρώην καπνιστές, διπλή χρήση ατμίσματος και συμβατικού τσιγάρου και σε άτομα που δεν κάπνισαν ή άτμισαν ποτέ. Μετρήθηκε η επίδραση στην αρτηριακή πίεση, στην ενδοθηλιακή λειτουργία και στο σκορ ασβεστίου. Στους συμμετέχοντες, μέσης ηλικίας 26 ετών, βρέθηκε αύξηση της αρτηριακής πίεσης μετά από χρήση ηλεκτρονικού τσιγάρου για 4 έτη κατά μέσο όρο, συγκριτικά με τους μη-ατμιστές. Η μεγαλύτερη ένταση ατμίσματος σχετίστηκε με μεγαλύτερη αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Συμπερασματικά, το μακροχρόνιο άτμισμα σχετίζεται με δοσοεξαρτώμενη αύξηση της αρτηριακής πίεσης στα νεαρά άτομα.
(Anderson WA, Levitan SB, Sangapalaarachchi DN, et al. JACC Adv. 2026:103163. doi: 10.1016/j.jacadv.2026.103163. Epub ahead of print.)
Ποιά είναι η σχέση ανάμεσα στα επίπεδα της λιποπρωτεϊνης (α) με την αθηροσκλήρωση των στεφανιαίων και την εκδήλωση καρδιαγγειακών επεισοδίων?
Τα αυξημένα επίπεδα της λιποπρωτεϊνης (α) [Lp(a)] σχετίζονται με τον κίνδυνο εκδήλωσης στεφανιαίας νόσου (ΣΝ), αλλά δεν είναι γνωστό αν αυτός ο κίνδυνος εξηγείται από το αυξημένο αθηρωματικό φορτίο. Στην παρούσα ανάλυση αξιοποιήθηκαν δεδομένα από 25.916 συμμετέχοντες στη μελέτη SCAPIS στους οποίους εκτιμήθηκε το αθηρωματικό φορτίο με αξονική στεφανιογραφία και παρακολουθήθηκαν για 7,8 έτη. Υψηλά επίπεδα Lp(a) [≥50 mg/dL] βρέθηκαν σε ποσοστό 14% των συμμετεχόντων και συσχετίσθηκαν με παρουσία σοβαρής/εκτεταμένης αθηροσκλήρωσης των στεφανιαίων και με αυξημένο κίνδυνο στεφανιαίων επεισοδίων κατά 54%. Συμμετέχοντες με αυξημένη Lp(a) ανέπτυξαν ΣΝ 2 με 3 χρόνια νωρίτερα σε σχέση με τους υπόλοιπους συμμετέχοντες και το 5-10% της σοβαρής αθηροσκλήρωσης οφειλόταν στην αύξηση της Lp(a). Η ανάλυση των ερευνητών απέδωσε την αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου στο μεγαλύτερο αθηρωματικό φορτίο ασθενών με αυξημένη Lp(a). Καταλήγουν ότι η αυξημένη Lp(a) αυξάνει τον κίνδυνο εκδήλωσης ΣΝ μέσω αύξησης του αθηρωματικού φορτίου και προτείνουν τη συστηματική μέτρηση των επιπέδων της και την απεικόνιση των στεφανιαίων για διαστρωμάτωση κινδύνου ασθενών με αυξημένες τιμές.
(Björnson E, Bergström G, Brinck J, et al. JACC Cardiovasc Imaging. 2026:S1936-878X(26)00313-X. doi: 10.1016/j.jcmg.2026.05.020. Epub ahead of print.)
Ποιά είναι η επίδραση της ατορβαστατίνης στην εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων και αναπηρίας στα ηλικιωμένα άτομα?
Στη μελέτη STAREE εξετάσθηκε η αποτελεσματικότητα και η ασφάλεια της χορήγησης ατορβαστατίνης σε πλαίσιο πρωτογενούς πρόληψης σε άτομα ηλικίας >70 ετών. Συμμετείχαν 9.971 άτομα μέσης ηλικίας 75 ετών, χωρίς ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου (ΚΑΝ), άνοιας ή σακχαρώδους διαβήτη (ΣΔ), οι οποίοι τυχαιοποιήθηκαν σε 40 mg ατορβαστατίνης ημερησίως ή σε εικονικό φάρμακο. Μετά από περίπου 6 χρόνια παρακολούθησης η εμφάνιση του πρώτου καρδιαγγειακού επεισοδίου καταγράφηκε κατά 30% λιγότερο συχνά στην ομάδα της ατορβαστατίνης συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Δε βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στη συνολική θνητότητα, την εμφάνιση άνοιας ή άλλης μόνιμης σωματικής αναπηρίας. Με εξαίρεση την εμφάνιση μυοσκελετικών, ηπατικών επιπλοκών και ΣΔ, δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά σε σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες ανάμεσα στις δύο ομάδες. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι η χορήγηση ατορβαστατίνης σε ηλικιωμένα φαινομενικά υγιή άτομα συνοδεύεται από καρδιαγγειακό όφελος.
(Zoungas S, Wolfe R, Moran C, et al. N Engl J Med. 2026. doi: 10.1056/NEJMoa2607314. Epub ahead of print.)
Ποιά είναι η κλινική επίδραση της ελάττωσης της LDL-χολ με χορήγηση εβολοκουμάμπης σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου?
Στη μελέτη AMUNDSEN εξετάσθηκε η βιοχημική και κλινική επίδραση της άμεσης χορήγησης εβολοκουμάμπης μαζί με την υπόλοιπη από του στόματος υπολιπιδαιμική αγωγή σε ασθενείς με οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου (ΟΕΜ) πριν υποβληθούν σε επέμβαση επαναιμάτωσης με αγγειοπλαστική. Συνολικά τυχαιοποιήθηκαν 2.161 ασθενείς σε άμεση χορήγηση 140 mg εβολοκουμάμπης κάθε 14 ημέρες μαζί με υψηλής ισχύος υπολιπιδαιμική αγωγή έναντι της προσθήκης εβολοκουμάμπης σε 2ο χρόνο όταν ήταν απαραίτητο για την επίτευξη του στόχου σύμφωνα με τις τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες. Η επίτευξη επιπέδων LDL-χολ < 55 mg/dL σε ένα έτος βρέθηκε σε ποσοστό 82% των συμμετεχόντων που έλαβαν άμεσα εβολοκουμάμπη έναντι 40% στην ομάδα της καθιερωμένης αντιμετώπισης. Εντούτοις, αυτό το βιοχημικό πλεονέκτημα δεν μεταφράστηκε σε καταγραφή λιγότερων θανάτων ή επεμβάσεων επαναιμάτωσης στο πρώτο έτος από το επεισόδιο. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι η προσθήκη της εβολοκουμάμπης στην υψηλής ισχύος υπολιπιδαιμική αγωγή άμεσα σε ασθενείς με ΟΕΜ δεν προσφέρει περαιτέρω κλινικό όφελος στο έτος από το συμβάν, παρά τη συντομότερη και σταθερή επίτευξη του λιπιδαιμικού στόχου.
(Montalescot G, Ferrari E, Souteyrand G, et al. JAMA. 2026:e2617302. doi: 10.1001/jama.2026.17302. Epub ahead of print.)
Ποιός είναι ο συνολικός επιπολασμός της υποκλινικής αθηροσκλήρωσης σε όλο το ηλικιακό φάσμα?
Η παρουσία υποκλινικής αθηροσκλήρωσης αποτελέι παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου ανεξάρτητα από τους υπόλοιπους παραδοσιακούς παράγοντες. Η μελέτη REACT είναι μια προοπτική μελέτη κοορτής στη Δανία και την Ισπανία, στην οποία αξιολογήθηκε η παρουσία υποκλινικής αθηροσκλήρωσης με χρήση απεικόνισης (υπέρηχοι και αξονική στεφανιογραφία) σε 5 προκαθορισμένες ηλικιακές ομάδες. Στο σύνολο των συμμετεχόντων (Ν=16.808) βρέθηκε αθηροσκλήρωση σε ποσοστό 57,1%. Σε ηλικίες 18 έως 29 ετών το ποσοστό ήταν 8,7% στους άνδρες και 6,7% στις γυναίκες. Ο επιπολασμός βρέθηκε ότι αυξάνεται με την πάροδο της ηλικίας, παράλληλα με το συνολικό όγκο των αθηρωματικών πλακών και την πολυαγγειακή προσβολή, ενώ η μεμονωμένη παρουσία ΣΝ ήταν ασυνήθης σε κάθε ηλικιακή ομάδα. Στη μελέτη αυτή φάνηκε ότι η σιωπηλή, υποκλινική αθηροσκλήρωση είναι παρούσα από τη νεαρή ενήλικο ζωή και ότι ο επιπολασμός της αυξάνεται βάσει φύλου και ηλικίας.
(Bundgaard H, García-Lunar I, Kofoed KF, et al. N Engl J Med. 2026. doi: 10.1056/NEJMoa2609059. Epub ahead of print.)


