Μηνιαία Ενημέρωση Ιανουαρίου 2026

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, MD, PhD, Καρδιολόγος
Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών
Υπεύθυνος Λιπιδαιμικού Ιατρείου Ευρωκλινικής Αθηνών

Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας
Υπεύθυνος Υπολιπιδαιμικού Ιατρείου και Ιατρείου Πρώιμης Στεφανιαίας Νόσου
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Επαρκεί η μέτρηση της LDL-χολ στα νεογέννητα για τη διάγνωση της οικογενούς  υπερχοληστερολαιμίας?

Η διάγνωση της οικογενούς υπερχοληστερολαιμίας (familial hypercholesterolaemia, FH) στα παιδιά στηρίζεται στη μέτρηση της LDL-χολ και ακολουθως επιβεβαιώνεται με γονιδιακό έλεγχο. Στη μελέτη αυτή μετρήθηκαν τα επίπεδα της LDL-χολ σε 113 νεογέννητα και σε 1.346 παιδιά ηλικίας 1 έως 12 ετών στα οποία έγινε γενετικός έλεγχος για FH και περίπου στα μισά από αυτά επιβεβαιώθηκε γενετικά η FH. Στα νεογέννητα, αν και βρέθηκαν υψηλότερα επίπεδα LDL-χολ σε αυτά που έπασχαν από FH, διαπιστώθηκε μεγάλη αλληλοεπικάλυψη των επιπέδων ανάμεσα σε αυτά που είχαν γενετικά επιβεβαιωμένη FH και στα υγιή. Αντίθετα, στα παιδιά ηλικία άνω του 1 έτους η διακριτική αξία της μέτρησης της LDL-χολ ήταν σημαντική για τη διάγνωση, με τιμές άνω της 95ης και της 85ης εκατοστιαίας θέσης να αντιστοιχούν σε διάγνωση FH σε ποσοστό 88,4% και 94,1% αντίστοιχα. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι μόνο η μέτρηση της LDL-χολ δεν αρκεί για τη διάγνωση της FH στα νεογέννητα, έχει όμως αξία ως δοκιμασία διαλογής για περαιτέρω διαγνωστικό έλεγχο σε παιδιά ηλικίας άνω του ενός έτους.

(Bogsrud MP, Stava TT, Berge KE, et al. Eur Heart J. 2025;46:5261-5269)

Ποιά είναι η σχέση της λιποπρωτεΐνης (α) και της ιντερλευκίνης-6 με τον καρδιαγγειακό κίνδυνο?

Ένας από τους μηχανισμούς μέσω των οποίων η λιποπρωτεΐνη (α) [Lp(a)] αυξάνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο είναι η φλεγμονή. Η ιντερλευκίνη-6 (IL-6), αποτελεί μια προφλεγμονώδη κυτταροκίνη και στην παρούσα μελέτη αξιολογήθηκε η αξία της στην επαναδιαστρωμάτωση ατόμων με αυξημένη Lp(a). Συγκεντρώθηκαν δεδομένα από 6.514 συμμετέχοντες στη μελέτη MESA (Multi-Ethnic Study of Atherosclerosis) και από 26.574 άτομα από την UK Biobank (UKB), και εξετάσθηκε η συσχέτιση της Lp(a) και της IL-6 με την εμφάνιση στεφανιαίας νόσου (ΣΝ), περιφερικής αρτηριακής νόσου ή αγγειακής εγκεφαλικής νόσου. Διαπιστώθηκε ότι αυξημένα επίπεδα IL-6 σχετίζονταν με αύξηση της επίπτωσης ΣΝ κατά 22% και 19% στους δύο πληθυσμούς που μελετήθηκαν, ενώ αντίστοιχα για την Lp(a) τα ποσοστά ήταν 13% και 11% αντίστοιχα. Η συσχέτιση των δεικτών ήταν ανεξάρτητη μεταξύ τους και όταν οι τιμές ήταν αυξημένες και στην Lp(a) και στην IL-6 ο καρδιαγγειακός κίνδυνος ήταν αυξημένος κατά 73% στη MESA και κατά 39% στη UKB. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι τα υψηλά επίπεδα Lp(a) και IL-6 αποτελούν ανεξάρτητους προγνωστικούς δείκτες καρδιαγγειακής νόσου και ότι ο συνδυασμός αυξημένων τιμών και στις δύο παραμέτρους συνδέεται με περαιτέρω αύξηση του κινδύνου.

(Bhatia HS, McParland J, Rikhi R, et al. J Am Coll Cardiol. 2025:S0735-1097(25)09481-1. doi: 10.1016/j.jacc.2025.08.101. Epub ahead of print. PMID: 41217319)

Πώς μεταβάλλονται οι λιπιδαιμικές παράμετροι γυναικών με οικογενή υπερχοληστερολαιμία μετά την εμμηνόπαυση?

Οι γυναίκες εμφανίζουν μεταβολή των λιπιδαιμικών παραμέτρων κατά τη μετάβαση στην εμμηνόπαυση, αλλά δεν είναι γνωστό πώς επηρεάζονται γυναίκες που πάσχουν από οικογενή υπερχοληστερολαιμία (FH). Στην παρούσα ανάλυση αξιολογήθηκαν δεδομένα από 93 γυναικές με πιθανή ή βέβαιη FH πριν και μετά απο την εμφάνιση της εμμηνόπαυσης. Διαπιστώθηκε αύξηση των επιπέδων της LDL-χολ κατά 12% σε αυτές που ελάμβαναν υπολιπιδαιμική θεραπεία και κατά 17% σε αυτές που δεν ελάμβαναν αγωγή. Η αύξηση της LDL-χολ ήταν μεγαλύτερη σε πάσχουσες από μονογονιδιακή μορφή FH και γενικώς καταγράφηκε ανάγκη ενίσχυσης της υπολιπιδαιμικής θεραπείας σε 1 στις 10 συμμετέχουσες. Συμπερασματικά, τα επίπεδα της LDL-χολ αυξάνουν σε γυναίκες με FH μετά την εμμηνόπαυση, γεγονός που συνδέεται με αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου και επιβάλει στενότερη παρακολούθηση και ενίσχυση της υπολιπιδαιμικής θεραπείας όταν αυτό απαιτηθεί.

(Da Roza GV, Cermakova L, van Lennep JR, et al. Atherosclerosis. 2025;413:120587)

Ποιά είναι η προγνωστική αξία της hs-CRP για τον καρδιαγγειακό κίνδυνο στο γενικό πληθυσμό?

Στη μελέτη εκτιμήθηκε η πιθανή αξία της μέτρησης της υψηλής ευαισθησίας CRP (hsCRP) στην πρόβλεψη του υπολειπόμμενου καρδιαγγειακού κινδύνου σε πληθυσμό 448.653 υγιών συμμετεχόντων στην UK Biobank μέσης ηλικίας 57 ετών. Η μέτρηση της hsCRP βρέθηκε σταθερή στη διαχρονική επαναξιολόγηση. Διαπιστώθηκε ότι συμμετέχοντες με επίπεδα hsCRP  >3 mg/L εμφάνιζαν αύξηση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας κατά 34% ,  της καρδιαγγειακής θνητότητας κατά 61% και της συνολικής θνητότητας κατά 54% έναντι συμμετεχόντων με hsCRP <1 mg/L. Επιπλέον, όταν αξιοποιήθηκε η μέτρηση της hsCRP στην εκτίμηση του κινδύνου με το μοντέλο SCORE2 βελτίωσε σημαντικά την προβλεπτική του ισχύ. Εν κατακλείδει, η hsCRP αποτελεί έναν κλινικά σημαντικό δείκτη πρόβλεψης καρδιαγγειακών επεισοδίων σε άτομα με ελεύθερο ιστορικό και η μέτρηση της είναι χρήσιμη στο πλαίσιο της εκτίμησης του καρδιαγγειακού κινδύνου στην πρωτογενή πρόληψη.

(Kurt B, Reugels M, Schneider KM, et al. Eur Heart J. 2025:ehaf937. doi: 10.1093/eurheartj/ehaf937. Epub ahead of print.)

Πώς επηρεάζει η αφαίρεση λιποπρωτεΐνης (α) την πρόγνωση ασθενών υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου με αυξημένα επίπεδα?

Στην αναδρομική αυτή μελέτη αυτή συμμετείχαν 170 ασθενείς με προοδευτικά επιδεινούμενη καρδιαγγειακή νόσο και επίπεδα λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] >60 mg/dl στους οποίους υπήρχε ένδειξη για αποζημίωση συνεδριών λιποπρωτεϊνικής  αφαίρεσης.  Αξιολογήθηκαν δεδομένα 5 έτη πριν από την έναρξη των συνεδριών και 5 (90,6% των ασθενών) και 12 έτη μετά (75,9% των ασθενών). Διαπιστώθηκε μια σταθερή μείωση στην καταγραφή της ετήσιας εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων μετά από την έναρξη της λιποπρωτεϊνικής αφαίρεσης έως τα 12 χρόνια της παρακολούθησης. Όταν έγινε σύγκριση των στοιχείων με αυτά που καταγράφονται σε αντίστοιχους συμμετέχοντες στην UK-Biobank, διαπιστώθηκε αύξηση του καρδιαγγειακού κινδύνου πριν την έναρξη των συνεδριών, αλλά μείωση μέσα στον πρώτο χρόνο της θεραπείας. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι η τακτική θεραπεία λιποπρωτεϊνικής αφαίρεσης της Lp(a) σε πάσχοντες από προοδευτική καρδιαγγειακή νοσο με αυξημένα επίπεδα Lp(a) μπορεί να οδηγήσει σε ελάττωση του καρδιαγγειακού κινδύνου.

(Klingel R, Julius U, Bernhardt WM, et al. Atherosclerosis. 2025;410:120508)