Home > ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ > Μηνιαία Ενημέρωση Δεκεμβρίου 2017
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣΜΗΝΙΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Μηνιαία Ενημέρωση Δεκεμβρίου 2017

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής, Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ι. Λεκάκης, Καθηγητής Καρδιολογίας, Β΄ Πανεπιστημιακή
Καρδιολογική Κλινική, Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

 

Συγκριτική επίδραση των στατινών στην εμφάνιση νόσου Alzheimer

Η χορήγηση στατινών έχει σχετισθεί με την εμφάνιση ανοϊκών διαταραχών. Στην παρούσα αναδρομική μελέτη αξιολογήθηκε η επίδραση διαφόρων στατινών στην εμφάνιση νόσου Alzheimer. Σε σύνολο 465.085 συμμετεχόντων ηλικίας 60-95 ετών καταγράφηκαν 7.669 περιστατικά νόσου Alzheimer σε παρακολούθηση 18ετίας. Συγκριτικά με τις συνθετικές τύπου 2 στατίνες (ατορβαστατίνη, φλουβαστατίνη, ροσουβαστατίνη, πιταβαστατίνη) οι στατίνες τύπου 1 που είναι προϊόντα μυκήτων (λοβαστατίνη, πραβαστατίνη, σιμβαστατίνη) εμφάνιζαν κατά 9% μεγαλύτερο κίνδυνο για ανάπτυξη νόσου Alzheimer. Επιπλέον, σε ανάλυση ανάλογα με τις ιδιότητες των στατινών, φάνηκε ότι οι λιπόφιλες στατίνες (ατορβαστατίνη, φλουβαστατίνη, σιμβαστατίνη) που διαπερνούν τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό εμφάνιζαν μεγαλύτερο κίνδυνο από τις υδρόφιλες (αναλογία κινδύνου 1,18, 95% ΔΕ 1,09 – 1,27). Στην παρούσα ανάλυση δεν φάνηκε διαφορά ανάλογα με την ισχύ της υπολιπιδαιμικής θεραπείας με στατίνες. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η χορήγηση λιπόφιλων στατινών και συνθετικών στατινών προϊόντων μυκήτων δεν σχετίζεται με μικρότερη πιθανότητα εμφάνισης νόσου Alzheimer και προτείνουν περαιτέρω μελέτη της νευροπροστατευτικής δράσης των στατινών ανάλογα με τα επιμέρους τους χαρακτηριστικά.

(Sinyavskaya L, Gauthier S, Renoux C, et al. Neurology. 2017. pii:10.1212/WNL.0000000000004818. doi:10.1212/WNL.0000000000004818. [Epub ahead of print])

Υπολιπιδαιμική θεραπεία σε ασθενείς που έχουν υποστεί οξύ στεφανιαίο σύνδρομο

Η μελέτη DYSIS II αξιολόγησε την αντιμετώπιση της δυσλιπιδαιμίας σε 3.867 ασθενείς που έχουν υποστεί οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ) σε 18 χώρες. Σε 2.521 ασθενείς που ελάμβαναν υπολιπιδαιμική αγωγή κατά την εισαγωγή στο νοσοκομείο η μέση δόση αντιστοιχούσε σε 22 mg ατορβαστατίνης, ενώ ποσοστό 2,7% ελάμβανε συνδυασμό με εζετιμίμπη. Κατά την έξοδο από το νοσοκομείο υπολιπιδαιμική θεραπεία χορηγήθηκε σε 3.767 ασθενείς (μέση δόση αντίστοιχη με 36 mg ατορβαστατίνης) και σε ποσοστό 4,8% χορηγήθηκε επιπλέον εζετιμίμπη. Μετά από παρακολούθηση 4 μηνών η μέση δόση στατίνης αντιστοιχούσε σε 32 mg ατορβαστατίνης, ενώ από τους ασθενείς που υπεβλήθησαν σε μέτρηση λιπιδαιμικών παραμέτρων (32% του συνόλου των συμμετεχόντων) ποσοστό 37% είχε πετύχει το στόχο για την LDL-χολ < 70 mg/dL. Συμπερασματικά ένας στους τρεις ασθενείς με ΟΣΣ πετυχαίνει το στόχο για την LDL-χολ, ενώ η χορήγηση υπολιπιδαιμικής θεραπείας αντιστοιχεί σε μέτριες δόσεις στατίνης.

(Gitt AK, Lautsch D, Ferrières J, et al. Data Brief. 2017 Nov 14;16:369-375)

Δίαιτα DASH και πρόσληψη νατρίου σε υπερτασικά άτομα

Διατροφή χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο και η δίαιτα DASH (πλούσια σε φρούτα και λαχανικά και πτωχή σε κορεσμένα λιπαρά και χοληστερόλη) επιδρούν ευνοϊκά στην αρτηριακή πίεση (ΑΠ). Στη μελέτη DASH-Sodium (Dietary Patterns, Sodium Intake and Blood Pressure) αξιολογήθηκαν οι δύο διατροφικές στρατηγικές, μεμονωμένα και συνδυαστικά, σε πάσχοντες από προϋπέρταση και υπέρταση σταδίου Ι χωρίς φαρμακευτική αγωγή. Συμμετείχαν 412 άτομα μέσης ηλικίας 48 ετών που έλαβαν δίαιτα DASH ή όχι με διαφορετικά επίπεδα ημερήσιας πρόσληψης νατρίου (50, 100, και 150 mmol/ημέρα). Οι συμμετέχοντες διαστρωματώθηκαν ανάλογα με τα επίπεδα της αρχικής ΑΠ. Φάνηκε ότι και οι δύο διατροφικές παρεμβάσεις είχαν ευνοϊκή επίδραση στα επίπεδα της ΑΠ μεμονωμένα και πολύ περισσότερο συνδυαστικά (ελάττωση της συστολικής ΑΠ κατά 20 mmHg συγκριτικά με τη δίαιτα ελέγχου σε άτομα με αρχική συστολική ΑΠ > 150 mmHg). Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι ο συνδυασμός δίαιτας DASH με χαμηλή ημερήσια πρόσληψη νατρίου ελαττώνει τη συστολική ΑΠ, ιδιαίτερα σε πάσχοντες με αυξημένες αρχικές τιμές ΑΠ.

(Juraschek SP, Miller ER 3rd, Weaver CM, et al. J Am Coll Cardiol. 2017;70(23):2841-2848)

Λιποπρωτεΐνη (α) και πρώιμη στεφανιαία νόσος

Αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης οξέος στεφανιαίου συνδρόμου (ΟΣΣ). Στην παρούσα μελέτη αξιολογήθηκε η συσχέτιση της Lp(a) με την εμφάνιση πρώιμης στεφανιαίας νόσου (ΣΝ). Εκτιμήθηκαν δεδομένα από 1.457 ασθενείς μέσης ηλικίας 55 ετών με ιστορικό ΟΣΣ και από 2.090 υγιή άτομα. Φάνηκε ότι αύξηση των επιπέδων της Lp(a) κατά 10 mg/dL σχετιζόταν με 4% και 2% αύξηση κινδύνου εμφάνισης ΟΣΣ σε άτομα ηλικίας < 45 ετών και 45-60 ετών αντίστοιχα. Μετά από ομαλοποίηση για άλλους παράγοντες κινδύνου, επίπεδα Lp(a) >50mg/dL σχετίζονταν με αυξημένο κίνδυνο ΟΣΣ σε άτομα νεαρής ηλικίας (x3) και σε μεσήλικες (x2), αλλά όχι σε μεγαλύτερα άτομα (>60 ετών). Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι αυξημένα επίπεδα Lp(a) αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση ΟΣΣ σε άτομα <45 ετών, ο κίνδυνος αυτός παραμένει αλλά εξασθενεί σε μέσης ηλικίας άτομα (45-60 ετών) και αποσβένεται σε άτομα ηλικίας >60 ετών.

(Rallidis LS, Pavlakis G, Foscolou A, et al. Atherosclerosis. 2017;269:29-34)

Φυσιολογικά επίπεδα LDL-χολ και υποκλινική αθηροσκλήρωση

Άτομα που δεν παρουσιάζουν παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου και θεωρούνται χαμηλού κινδύνου, εμφανίζουν ενίοτε καρδιαγγειακά συμβάματα. Η μελέτη PESA (Progression of Early Subclinical Atherosclerosis) αξιολόγησε την παρουσία υποκλινικής αθηροσκλήρωσης σε άτομα χωρίς παράγοντες κινδύνου. Συμμετείχαν 4.184 άτομα χωρίς κλασικούς παράγοντες κινδύνου, 740 εκ των οποίων θεωρούταν ότι βρίσκονταν σε  βέλτιστη κατάσταση, οι οποίοι υπεβλήθησαν σε απεικονιστικό έλεγχο ανάδειξης αθηρωματικών πλακών σε αρτηρίες. Φάνηκε ότι υπήρχε υποκλινική αθηροσκλήρωση σε ποσοστό 49,7% των συμμετεχόντων. Η ηλικία, το φύλο και τα επίπεδα της LDL-χολ σχετίζονταν ανεξάρτητα με την παρουσία αθηροσκλήρωσης στους συμμετέχοντες της μελέτης, ακόμη και σε αυτούς με βέλτιστη κατάσταση παραγόντων κινδύνου. Τα αποτελέσματα της μελέτης αναδεικνύουν τη σχέση της LDL-χολ με την εμφάνιση αθηρωμάτωσης και υποστηρίζουν την ελάττωση της LDL-χολ στο πλαίσιο πρόληψης καρδιαγγειακών επεισοδίων, ακόμη και σε άτομα χαμηλού καρδιαγγειακού κινδύνου.

(Fernández-FrieraL, FusterV, López-MelgarB, etal. J Am Coll Cardiol. 2017;70(24):2979-2991)