Αρχική > ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΥΓΕΙΑΣ > Μηνιαία Ενημέρωση Οκτωβρίου 2020
ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΥΓΕΙΑΣΓια ειδικούς υγείας νέαΜΗΝΙΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Μηνιαία Ενημέρωση Οκτωβρίου 2020

Μοιράσου το άρθρο

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών,
Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής,
Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

 

Υπολιπιδαιμική θεραπεία και επίτευξη στόχων στην πρωτογενή και στη δευτερογενή πρόληψη (μελέτη DA VINCI)

Η μελέτη DA VINCI είναι μια μελέτη παρατήρησης που αξιολόγησε δεδομένα από 18 ευρωπαϊκές χώρες σχετικά με την εφαρμογή των κατευθυντηρίων οδηγιών για χορήγηση υπολιπιδαιμικής θεραπείας και την επίτευξη του στόχου για την LDL-χολ. Συμμετείχαν ασθενείς από τον Ιούνιο του 2017 έως το Νοέμβριο του 2018, που ελάμβαναν υπολιπιδαιμική θεραπεία για ένα τουλάχιστον έτος και αξιολογήθηκε η πλέον πρόσφατη μέτρηση της LDL-χολ σε σχέση με την επίτευξη του στόχου σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας του 2016. Παράλληλα, έγινε συσχέτιση με τους νεώτερους στόχους των οδηγιών του 2019. Αξιολογήθηκαν δεδομένα από 3.000 ασθενείς που ελάμβαναν αγωγή σε πλαίσιο πρωτογενούς πρόληψης και 2.888 ασθενείς σε πλαίσιο δευτερογενούς πρόληψης. Βρέθηκε ότι ποσοστό 54% των ασθενών πέτυχαν το στόχο τους για την LDL-χολ (33% τους νεώτερους στόχους του 2019). Όσον αφορά στους ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο το 18% πέτυχε το στόχο της LDL-χολ <55 mg/dL έναντι του 39% που πέτυχε τον παλαιότερο στόχο της LDL-χολ <70 mg/dL. Συνδυαστική θεραπεία με εζετιμίμπη (9%) και με αναστολέα της PCSK-9 (1%), αν και σε μικρό ποσοστό των ασθενών, είχε θετική επίδραση στην προσέγγιση του στόχου (53% και 20% για την εζετιμίμπη και 67% και 59% για τους αναστολείς της PCSK-9 για στόχους του 2016 και του 2019 αντίστοιχα). Οι συγγραφείς διαπιστώνουν την παρουσία σημαντικού θεραπευτικού κενού στην εφαρμογή των κατευθυντηρίων οδηγιών στην κλινική πράξη, ιδιαίτερα για την επίτευξη των πρόσφατων περισσότερο αυστηρών στόχων, και εκτιμούν ότι απαιτείται ενίσχυση της συνταγογράφησης μη-στατινούχων θεραπειών συνδυαστικά με στατίνες σε ασθενείς υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου.

(Ray KK, Molemans B, Schoonen WM, et al. European Journal of Preventive Cardiology. doi:10.1093/eurjpc/zwaa047)

 

Χορήγηση πεμαφιμπράτης σε διαβητικούς ασθενείς υπό στατίνη

Η συγχορήγηση φιμπράτης με στατίνη αυξάνει τον κίνδυνο μυοπάθειας και ηπατοτοξικότητας. Στην παρούσα μελέτη αξιολογήθηκε η ασφάλεια της χορήγησης της πεμαφιμπράτης, μιας νεώτερης φιμπράτης, ως προσθήκη σε στατίνη σε 27 Γιαπωνέζους ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Η εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών από τη θεραπεία συγκρίθηκε με ομάδα ασθενών που έλαβαν μονοθεραπεία με πεμαφιμράτη για περίοδο 6 μηνών. Η συνδυαστική θεραπεία σχετιζόταν με ελάττωση της ολικής χοληστερόλης και αύξηση της HDL-χολ. Τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων εμφάνισαν μείωση και στις δύο ομάδες, ενώ αντίθετα σημειώθηκε αύξηση της γλυκοζυλιωμένης αιμοσφαιρίνης. Στην ομάδα της συνδυαστικής θεραπείας καταγράφηκε ελάττωση των επιπέδων της CPK και της γGT.  Συμπερασματικά, η συγχορήγηση της πεμαφιμπράτης με στατίνη σε διαβητικούς ασθενείς βελτιώνει τις λιπιδαιμικές παραμέτρους χωρίς αύξηση των ανεπιθύμητων ενεργειών από τους μυς ή το ήπαρ.

 

(Kusunoki M, Sakazaki T, Tsutsumi K, et al.    Endocr Metab Immune Disord Drug Targets.   2020. doi: 10.2174/1871530320999200818135553. Online ahead of print)

 

Η επίδραση του icosapent ethyl στην πρόοδο της αθηρωμάτωσης των στεφανιαίων

Το icosapent ethyl (IPE) αποτελεί μια καθαρή χημική μορφή αιθυλικού εστέρα του εικοσαπενταϊκού οξέος που ελαττώνει τα επίπεδα τριγλυκεριδίων ορού και πρόσφατα βρέθηκε ότι μειώνει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο σε συγχορήγηση με στατίνη, με άγνωστο μηχανισμό. Στη μελέτη EVAPORATE αξιολογήθηκε η επίδραση της χορήγησης 4 g IPE, ως προσθήκη σε διατροφικές παρεμβάσεις και χορήγηση στατίνης, στη μεταβολή της αθηρωματικής πλάκας των στεφανιαίων αρτηριών. Συμμετείχαν 80 ασθενείς υπό στατίνη με στεφανιαία νόσο σε αξονική τομογραφία (στενώσεις > 20%) και αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων (259,1 ± 78,1 mg/dL), που τυχαιοποιήθηκαν σε χορήγηση ΙΡΕ ή εικονικό φάρμακο και υπεβλήθησαν σε σειριακό έλεγχο με αξονική τομογραφία ανά 9 μήνες. Πρωταρχικό τελικό σημείο της μελέτης ήταν η μεταβολή στον όγκο της αθηρωματικής πλάκας. Σε 18 μήνες παρακολούθησης, βρέθηκε ότι η χορήγηση ΙΡΕ σχετίστηκε με μείωση του όγκου της πλάκας κατά 17% ενώ αντίθετα στην ομάδα ελέγχου ο όγκος της πλάκας σχεδόν διπλασιάστηκε (αύξηση κατά 109%). Ομαλοποίηση των συμμετεχόντων για ηλικία, φύλο, παρουσία αρτηριακής υπέρτασης και διαβήτη και αρχικά επίπεδα τριγλυκεριδίων δεν μετέβαλε τα αποτελέσματα.   Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η χορήγηση ΙΡΕ συνδυαστικά με στατίνη σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο οδηγεί σε μείωση του όγκου των αθηρωματικών πλακών και προτείνουν αυτό το μηχανισμό ως πιθανή εξήγηση για την ελάττωση του καρδιαγγειακού κινδύνου της θεραπείας στη μελέτη REDUCE-IT.

 

(Budoff MJ, Bhatt DL, Kinninger A, et al.   Eur Heart J. 2020;ehaa652. doi: 10.1093/eurheartj/ehaa652. Online ahead of print)

Συνδυαστική θεραπεία με πιταβαστατίνη και εζετιμίμπη μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου

Πρόκειται για post-hoc ανάλυση της μελέτης HIJ-PROPER με στόχο την αξιολόγηση της επίδρασης της συνδυαστικής θεραπείας εζετιμίμπης-πιταβαστατίνης σε γιαπωνέζους ασθενείς με οξύ έμφραγμα μυοκαρδίου (ΟΕΜ) με ανάσπαση του ST (STEMI). Εκτιμήθηκε η εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων μετά από το STEMI σε 880 ασθενείς που έλαβαν συνδυαστική θεραπεία ή μονοθεραπεία με πιταβαστατίνη. Πρωταρχικό τελικό σημείο ήταν το σύνθετο συνολικής θνητότητας, εμφράγματος μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ), ασταθούς στηθάγχης και επέμβασης επαναγγείωσης. Σε παρακολούθηση 3,4 ετών κατά μέσο όρο βρέθηκε ότι το πρωταρχικό τελικό σημείο εμφάνιζε μείωση κατά 27% στην ομάδα της συνδυαστικής θεραπείας έναντι της μονοθεραπείας (31,9% έναντι 39,7%). Επίσης η συνδυαστική θεραπεία σχετίστηκε με μείωση της ολικής θνητότητας κατά 55% και με ελάττωση της εμφάνισης ΑΕΕ κατά 27%. Συμπερασματικά, η προσθήκη εζετιμίμπης σε θεραπεία με πιταβαστατίνη σε ασθενείς μετά από ΟΕΜ φαίνεται να είναι κλινικά επωφελής για την εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων.
(Otsuki H, Arashi H, Yamaguchi J, et al. Am J Cardiol.  2020;132:15-21)

Εμπαγλιφλοζίνη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια (μελέτη EMPEROR-Reduced)

Στην παρούσα μελέτη αξιολογήθηκε η κλινική επίδραση της χορήγησης του συμμεταφορέα νατρίου – γλυκόζης 2 (SGLT2) εμπαγλιφλοζίνη σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και χαμηλό κλάσμα εξώθησης (ΚΕ≤40%). Συμμετείχαν 3.730 ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια λειτουργικής κλάσης κατά ΝΥΗΑ ΙΙ-ΙV που τυχαιοποιήθηκαν στη λήψη εμπαγλιφλοζίνης 10 mg ημερησίως πλέον της καθιερωμένης φαρμακευτικής αγωγής. Πρωταρχικό τελικό σημείο της μελέτης ήταν το σύνθετο καρδιαγγειακού θανάτου ή νοσηλείας για επιδείνωση της καρδιακής ανεπάρκειας. Μετά από παρακολούθηση 16 μηνών κατά μέσο όρο το πρωταρχικό τελικό σημείο καταγράφηκε κατά 25% λιγότερο στην ομάδα της εμπαγλιφλοζίνης (19,4% έναντι 24,7%), ανεξάρτητα από την παρουσία ή μη σακχαρώδους διαβήτη (ΣΔ). Η χορήγηση εμπαγλιφλοζίνης οδήγησε σε μείωση κατά 30% της πιθανότητας νοσηλείας και, επιπλέον, επιβράδυνε το ρυθμό έκπτωσης της νεφρικής λειτουργίας. Συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο η εμπαγλιφλοζίνη συνδέθηκε με μεγαλύτερο αριθμό ανεπίπλεκτων ουρολοιμώξεων.Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι η προσθήκη εμπαγλιφλοζίνης στην καθιερωμένη θεραπεία ασθενών με συμπτωματική καρδιακή ανεπάρκεια με χαμηλό ΚΕ οδηγεί σε κλινικό όφελος ανεξάρτητα από την παρουσία ΣΔ.

(Packer M, Anker SD, Butler J, et al. N Engl J Med. 2020;383:1413-1424)