Αρχική > ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΥΓΕΙΑΣ > Μηνιαία Ενημέρωση Μαίου 2020
ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΥΓΕΙΑΣΜΗΝΙΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Μηνιαία Ενημέρωση Μαίου 2020

Μοιράσου το άρθρο

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών,
Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής,
Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

 

Ο ρόλος της λιποπρωτεΐνης (α) και η επίδραση της αλιροκουμάμπης στην περιφερική αρτηριοπάθεια και στη φλεβοθρόμβωση

Ασθενείς με οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ) βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο περιφερικής αρτηριακής νόσου (ΠΑΝ) και φλεβικής θρομβοεμβολικής νόσου (ΦΘΝ). Στο πλαίσιο της μελέτης ODYSSEY OUTCOMES αξιολογήθηκε η επίδραση του αναστολέα της PCSK9 αλιροκουμάμπη στα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] και στην εμφάνιση επεισοδίων ΠΑΝ και ΦΘΝ σε 18.924 ασθενείς με πρόσφατο ΟΣΣ που ελάμβαναν μέγιστη ανεκτή δοσολογία στατίνης. Η θεραπεία με αλιροκουμάμπη είχε ως αποτέλεσμα ελάττωση των επιπέδων της Lp(a) κατά 23,5% και της LDL-C [διορθωμένης για περιεχόμενη Lp(a)] κατά 70,6%. Συνολικά καταγράφηκαν 246 περιστατικά ΠΑΝ (κριτική ισχαιμία σκέλους, επέμβαση επαναιμάτωσης, ακρωτηριασμός) και 92 περιστατικά ΦΘΝ (εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση, πνευμονική εμβολή). Η αλιροκουμάμπη σχετίστηκε με ελάττωση της ΠΑΝ κατά 31% συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο, περισσότερο σε ασθενείς με αυξημένα αρχικά επίπεδα Lp(a). Αντίστοιχη ελάττωση στην εμφάνιση επεισοδίων ΦΘΝ ήταν στατιστικά μη-σημαντική (p=0,06), σχετιζόταν όμως με τη μεταβολή των επιπέδων της Lp(a) μετά από 4 μήνες σε ασθενείς που έλαβαν αλιροκουμάμπη. Συμπερασματικά, σε ασθενείς με πρόσφατο ΟΣΣ τα επίπεδα της Lp(a) σχετίζονται με την εμφάνιση επεισοδίων ΠΑΝ, και επηρεάζονται ευνοϊκά από τη χορήγηση αλιροκουμάμπης επιπρόσθετα της αγωγής με στατίνη. Αντίστοιχη συσχέτιση για επεισόδια ΦΘΝ απαιτεί περαιτέρω μελέτη.

(Schwartz GG, Steg PG, Szarek M, et al. Circulation. 2020;141:1608-1617)

 

Ελάττωση LDL-C με εβολοκουμάμπη και γνωσιακές λειτουργίες

Στην παρούσα ανάλυση από τη μελέτη FOURIER αξιολογήθηκε η επίδραση της υπολιπιδαιμικής θεραπείας με τον αναστολέα της PCSK9 εβολοκουμάμπη στις γνωσιακές λειτουργίες. Συνολικά 22.655 συμμετέχοντες στη μελέτη συμπλήρωσαν σχετικό ερωτηματολόγιο (Everyday Cognition, ECog) κατά την ένταξη στη μελέτη και μετά από 2,2 έτη παρακολούθησης. Το ποσοστό των ασθενών που ανέφερε ελάττωση των γνωσιακών λειτουργιών ήταν παρόμοιο στην ομάδα της εβολοκουμάμπης με την ομάδα του εικονικού φαρμάκου (3,7% έναντι 3,6%, p=0,62). Επιπλέον, το ποσοστό ασθενών που ανέφεραν μείωση της βαθμολογίας στο ερωτηματολόγιο ECog ήταν 3,8% σε σύνολο 2.338 ασθενών με επίπεδα LDL-C< 20 mg/dL έναντι 4,5% σε 3.613 ασθενείς με LDL-C> 100 mg/dL(p=0,57).  Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η προσθήκη εβολοκουμάμπης σε μέγιστη ανεκτή δόση στατίνης σε πάσχοντες από αθηροσκληρωτική καρδιαγγειακή νόσο δεν επηρεάζει τις γνωσιακές λειτουργίες, όπως εκτιμώνται με ερωτηματολόγιο, μετά από 2,2 έτη θεραπείας, ακόμη και σε ασθενείς που πέτυχαν πολύ χαμηλά επίπεδα LDL-C.

 

(Gencer B, Mach F, Guo J, et al .   J Am Coll Cardiol.   2020;75:2283-2293)

 

Επιθετική ελάττωση LDL-C για την πρόληψη μειζόνων αγγειακών επεισοδίων

Η ελάττωση της LDL-C συνοδεύεται από κλινικό όφελος, εντούτοις, η έκταση του οφέλους σε σχέση με τα αρχικά επίπεδα της LDL-C, τον αρχικό καρδιαγγειακό κίνδυνο και την παρουσία συννοσηροτήτων παραμένει άγνωστη. Στην παρούσα μετα-ανάλυση εκτιμήθηκαν δεδομένα από 327.037 συμμετέχοντες σε 52 μελέτες υπολιπιδαιμικής θεραπείας με χορήγηση στατίνης, εζετιμίμπης ή αναστολέων της PCSK9 με τουλάχιστον 1000 ανθρωπο-έτη παρακολούθησης. Αξιολογήθηκε ο κίνδυνος εμφάνισης μειζόνων αγγειακών επεισοδίων (καρδιαγγειακός θάνατος, έμφραγμα μυοκαρδίου, ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, επέμβαση επαναιμάτωσης) ανά 1 mmol/L (38,7 mg/dL) ελάττωσης της LDL-C. Βρέθηκε ότι κάθε ελάττωση της LDL-C κατά  1 mmol/L συνοδευόταν από μείωση του καρδιαγγειακού κινδύνου κατά 19% ανεξάρτητα από τα αρχικά επίπεδα της LDL-C των συμμετεχόντων. Ακόμη και σε άτομα με αρχικές τιμές LDL-C< 80 mg/dL ο κίνδυνος μειώθηκε κατά 17% ανά 1 mmol/L ελάττωσης της LDL-C.  Δεν βρέθηκε διαφορά στην ελάττωση του κινδύνου σχετιζόμενη με παρουσία σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) ή χρόνιας νεφρικής νόσου (ΧΝΝ), αλλά βρέθηκε ότι συμμετέχοντες σε χαμηλότερο αρχικό καρδιαγγειακό κίνδυνο και με νεαρότερη ηλικία (σε ένα φάσμα 50-70 ετών) ωφελούνταν περισσότερο από επιθετικότερη ελάττωση των επιπέδων της LDL-C.  Συμπερασματικά, ελάττωση της LDL-C κατά 1 mmol/L συνοδεύεται από κλινικό όφελος στην ελάττωση των μειζόνων αγγειακών επεισοδίων ανεξάρτητα από τα αρχικά επίπεδα της LDL-C, την παρουσία ΣΔ ή ΧΝΝ, ακόμη και σε σχετικά νεότερα άτομα σε χαμηλότερο αρχικό καρδιαγγειακό κίνδυνο.

 

(Wang N, Fulcher J, Abeysuriya N, et al.  Lancet Diabetes Endocrinol. 2020;8:36-49)

Ελάττωση της αρτηριακής πίεσης και εμφάνιση άνοιας και διαταραχών γνωσιακής λειτουργίας

Πρόκειται για μετα-ανάλυση 14 τυχαιοποιημένων κλινικών μελετών με στόχο τη διερεύνηση της σχέσης της ελάττωσης της αρτηριακής πίεσης (ΑΠ) με την εμφάνιση άνοιας και διαταραχών της γνωσιακής λειτουργίας. Αναλύθηκαν δεδομένα από συνολικά 96.158 άτομα μέσης ηλικίας 69 ετών (42,2% γυναίκες), με μέση διάρκεια παρακολούθησης 49,2 μήνες. Βρέθηκε ότι η ελάττωση της ΑΠ με τη λήψη φαρμακευτικής αγωγής σχετιζόταν με μείωση της πιθανότητας εμφάνισης άνοιας και διαταραχών της γνωσιακής λειτουργίας κατά 7% μετά από 4 περίπου έτη. Αν και διαπιστώθηκε ευνοϊκή επίδραση της αντιϋπερτασικής αγωγής στην εμφάνιση έκπτωσης των γνωσιακών λειτουργιών κατά 7% σε 8 μελέτες, εντούτοις, δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά ανάμεσα στην ελάττωση της ΑΠ και μεταβολών σε δοκιμασίες γνωσιακής λειτουργίας. Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι η ελάττωση της ΑΠ με τη χρήση αντιυπερτασικής αγωγής έχει ευνοϊκή επίδραση στην εμφάνιση άνοιας και διαταραχών της γνωσιακής λειτουργίας. (Hughes D, Judge C, Murphy R, et al. JAMA. 2020;323:1934-1944)

Μεταβολές λιπιδαιμικών παραμέτρων και καρδιαγγειακός κίνδυνος σε άτομα που δεν λαμβάνουν υπολιπιδαιμική θεραπεία

Αν και οι λιπιδαιμικές παράμετροι αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση εμφράγματος μυοκαρδίου (ΕΜ), εντούτοις, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τις μεταβολές των επιπέδων των λιπιδίων και την εμφάνιση ΕΜ σε άτομα που δε λαμβάνουν υπολιπιδαιμική θεραπεία. Στην παρούσα ανάλυση αξιολογήθηκαν δεδομένα από 64.031 κινέζους με ελεύθερο καρδιολογικό ιστορικό που παρακολουθήθηκαν για 7 έτη περίπου. Κατά την παρακολούθηση καταγράφηκαν 599 περιστατικά ΕΜ. Αύξηση της χοληστερόλης στους συμμετέχοντες στο μεγαλύτερο τεταρτημόριο συνοδεύτηκε με αύξηση κατά 56% της εμφάνισης ΕΜ συγκριτικά με το χαμηλότερο τεταρτημόριο. Αντίστοιχα, αύξηση της non-HDL-C και της LDL-C συνδέθηκε με αύξηση του κινδύνου κατά 95% και 96% αντίστοιχα, ενώ ελάττωση της HDL-C με αύξηση κατά 31%. Μεταβολές στα επίπεδα των τριγλυκεριδίων δε φάνηκε να σχετίζονται στατιστικά σημαντικά με τροποποίηση του κινδύνου ΕΜ. Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι ανάμεσα σε άτομα του γενικού πληθυσμού που δε λαμβάνουν υπολιπιδαιμική θεραπεία μεταβολές των λιπιδαιμικών παραμέτρων (ολική χοληστερόλη, LDL-C, non-HDL-C και HDL-C) σχετίζονται με εμφάνιση καρδιακών επεισοδίων.

(Tian X, Zuo Y, Shuohua Chen S, et al. Atherosclerosis. 2020;301:69-78)