Αρχική > ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΥΓΕΙΑΣ > Μηνιαία Ενημέρωση Δεκεμβρίου 2020
ΓΙΑ ΕΙΔΙΚΟΥΣ ΥΓΕΙΑΣΓια ειδικούς υγείας νέαΜΗΝΙΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΝΕΑ

Μηνιαία Ενημέρωση Δεκεμβρίου 2020

Μοιράσου το άρθρο

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών,
Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής,
Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

 

Ελάττωση των επιπέδων της λιποπρωτεΐνης (α) με αλιροκουμάμπη και καρδιαγγειακός κίνδυνος

Πρόκειται για post hoc ανάλυση δεδομένων από τη μελέτη ODYSSEY OUTCOMES στην οποία συμμετείχαν ασθενείς που είχαν υποστεί οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ) και τυχαιοποιήθηκαν σε χορήγηση του αναστολέα της PCSK9 αλιροκουμάμπη ή εικονικoύ φαρμάκου. Στόχος της ανάλυσης ήταν η σχέση της μεταβολής των επιπέδων της λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] και της LDL-χολ [διορθωμένη για την Lp(a)] με την ελάττωση του συνολικού αριθμού των καρδιαγγειακών επεισοδίων, συμπεριλαμβανομένου και του καρδιαγγειακού θανάτου. Στους ασθενείς που έλαβαν εικονικό φάρμακο βρέθηκε ότι αυξημένα αρχικά επίπεδα Lp(a) σχετίζονταν με το συνολικό αριθμό καρδιαγγειακών επεισοδίων. Στην ομάδα παρέμβασης, αυτοί που είχαν αυξημένα αρχικά επίπεδα Lp(a) εμφάνισαν μεγαλύτερο όφελος στην ελάττωση των καρδιαγγειακών επεισοδίων. Η ελάττωση της Lp(a) [διάμεση ελάττωση κατά 5 mg/dL] και της διορθωμένης για την Lp(a)LDL-χολ (διάμεση ελάττωση κατά 51,3 mg/dL) εμφάνιζαν ανεξάρτητη ευνοϊκή επίδραση. Υπολογίσθηκε ότι κάθε ελάττωση της Lp(a) κατά 5 mg/dL συνοδευόταν από μείωση του σχετικού κινδύνου κατά 2,5%. Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι τα αυξημένα επίπεδα Lp(a) σε ασθενείς που έχουν υποστεί ΟΣΣ σχετίζονται με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο και η ελάττωση τους με χορήγηση αλιροκουμάμπης οδηγεί σε μείωση του κινδύνου ανεξάρτητα από την ελάττωση της LDL-χολ.

(Szarek M, Bittner VA, Aylward P, et al. Eur Heart J. 2020;41:4245-4255)

 

Evinacumab σε ασθενείς με υπερχοληστερολαιμία

Το evinacumab είναι ένα νεώτερο ανθρώπινο μονοκλωνικό αντίσωμα έναντι της angiopoietin-like protein 3 (ANGPTL3). Στην παρούσα διπλά-τυφλή φάσης 2 μελέτη αξιολογήθηκε η αποτελεσματικότητα διαφόρων δοσoλογικών σχημάτων του evinacumab στην ελάττωση της LDL-χολ σε ασθενείς που δεν έχουν ρυθμιστεί παρά τη χορήγηση υπολιπιδαιμικής θεραπείας. Συμμετείχαν 272 ασθενείς με τεκμηριωμένη αθηροσκλήρωση και LDL-χολ> 70 mg/dL ή με υπερλιπιδαιμία χωρίς αθηροσκλήρωση και LDL-χολ >100 mg/dL. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν σε υποδόρια χορήγηση evinacumab (450 mg ή 300 mg κάθε εβδομάδα, 300 mg κάθε 2η εβδομάδα ) ή σε ενδοφλέβια χορήγηση evinacumab (15 mg/kg ή 5 mg/kg κάθε 4 εβδομάδες) ή αντίστοιχα σε εικονικό φάρμακο. Μετά από 16 εβδομάδες θεραπείας η μείωση των επιπέδων της LDL-χολ ήταν 56,0%, 52,9% και 38,5% για τα σχήματα υποδόριας χορήγησης και 50,5% και 24,2% για τα δύο ενδοφλέβια σχήματα αντίστοιχα. Το ποσοστό εμφάνισης σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών κυμάνθηκε από 3% έως 16%.  Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι η χορήγηση evinacumab σε ασθενείς με ανθεκτική στη θεραπεία υπερχοληστερολαιμία μπορεί να οδηγήσει μέχρι και σε 50% ελάττωση των επιπέδων της LDL-χολ με τη χορήγηση των μέγιστων δοσολογικών σχημάτων.

 

(Rosenson RS, Burgess LJ, Ebenbichler CF, et al.    N Engl J Med.   2020;383:2307-2319)

 

Επίδραση των λιπιδίων στην αριστερή κοιλία

Πρόκειται για γενετική μελέτη Mεντέλειας τυχαιοποίησης με στόχο τη διερεύνηση της σχέσης ανάμεσα στη δυσλιπιδαιμία και στην εμφάνιση δυσμενών μεταβολών σε παραμέτρους της αριστερής κοιλίας. Στη μελέτη αξιολογήθηκαν στοιχεία από 17.311 συμμετέχοντες της Biobank από το Ηνωμένο Βασίλειο με δεδομένα επιπέδων λιπιδίων ορού και μαγνητικής τομογραφίας καρδιάς. Βρέθηκε ότι αυξημένα επίπεδα LDL-χολ σχετίζονταν με αυξημένες τιμές του τελοδιαστολικού όγκου και της μάζας της αριστερής κοιλίας και αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων με αυξημένη μάζα της αριστερής κοιλίας. Τα επίπεδα της HDL-χολ δεν φάνηκε να σχετίζονται με μεταβολές της αριστερής κοιλίας.   Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι αυξημένα επίπεδα LDL-χολ και τριγλυκεριδίων σχετίζονται με την εμφάνιση διαταραχών στη δομή και λειτουργία της αριστερής κοιλίας , κυρίως με αυξημένη μάζα αυτής, ανεξάρτητα από την επίδραση της δυσλιπιδαιμίας στην αθηροσκλήρωση των αρτηριών.

 

(Aung N, Sanghvi MM, Piechnik SK, et al. J Am Coll Cardiol.  2020;76:2477-2488)

Vupanorsen και λιπιδαιμικές παράμετροι σε πάσχοντες από διαβήτη και υπερτριγλυκεριδαιμία

Μεταλλάξεις που προκαλούν χαμηλά επίπεδα της angiopoietin-like protein 3 (ANGPTL3), σχετίζονται με ευνοϊκές επιδράσεις στο μεταβολισμό των λιπιδίων και της γλυκόζης και με χαμηλότερο κίνδυνο στεφανιαίας νόσου. Το νεότερο φάρμακο vupanorsen είναι ένα αντινοηματικό ολιγονουκλεοτίδιο που αναστέλλει τη σύνθεση της ANGPTL3 στο ήπαρ. Το φάρμακο δοκιμάστηκε έναντι εικονικού φαρμάκου σε 105 ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, ηπατική στεάτωση και τριγλυκερίδια νηστείας >150 mg/dL. Το vupanorsen χορηγήθηκε σε δοσολογικό σχήμα 40 mg ή 80 mg ανά 4 εβδομάδες ή σε 20 mg ανά εβδομάδα για 6 μήνες. Το αποτέλεσμα ήταν ελάττωση των τριγλυκεριδίων κατά 36%, 53% και 47% για τα αντίστοιχα δοσολογικά σχήματα έναντι 16% με εικονικό φάρμακο. Το σχήμα των 80 mg ανά 4 εβδομάδες έδειξε ευνοϊκή επίδραση και σε άλλες λιπιδαιμικές παραμέτρους. Η θεραπεία σχετίστηκε με εμφάνιση ήπιων τοπικών ανεπιθύμητων ενεργειών στο σημείο της έγχυσης, χωρίς διαταραχές στον αριθμό των αιμοπεταλίων. Συμπερασματικά, ο νεότερος αναστολέας της ANGPTL3 vupanorsen ασκεί ευνοϊκή επίδραση στις λιπιδαιμικές παραμέτρους διαβητικών ασθενών με υπερτριγλυκεριδαιμία.
(Gaudet D, Karwatowska-Prokopczuk E, Baum SJ, et al. Eur Heart J. 2020;41:3936-3945)

Η επίδραση του αθηρωματικού φορτίου έναντι στένωσης αρτηριών στην εμφάνιση ισχαιμικών επεισοδίων

Ασθενείς με αποφρακτική στεφανιαία νόσο (ΣΝ) βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων χωρίς να είναι σαφές αν το συνολικό αθηρωματικό φορτίο ή η παρουσία σημαντικής στένωσης εμφανίζουν ανεξάρτητη προγνωστική αξία. Στην παρούσα ανάλυση αξιοποιήθηκαν στοιχεία από 23.759 ασθενείς με συμπτωματική ΣΝ από τη Δανία που υπεβλήθησαν σε αξονική αγγειογραφία και υπολογισμό του σκορ ασβεστίου καθώς και του αριθμού των αγγείων με αποφρακτική νόσο. Οι συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν για 4,3 έτη και καταγράφηκαν μείζονα καρδιαγγειακά επεισόδια (έμφραγμα μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) και οι θάνατοι. Βρέθηκε ότι η πιθανότητα εμφάνισης ισχαιμικών επεισοδίων αυξάνει ανάλογα με την αύξηση στο σκορ ασβεστίου και στον αριθμό των αγγείων με αποφρακτική νόσο. Εντούτοις, όταν πραγματοποιήθηκε διαστρωμάτωση κινδύνου σε 5 ομάδες ανάλογα με το σκορ ασβεστίου η παρουσία αποφρακτικής νόσου δεν είχε περαιτέρω προγνωστική αξία συγκριτικά με την απουσία αποφρακτικής νόσου.Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι το συνολικό αθηρωματικό φορτίο όπως αντανακλάται με το σκορ ασβεστίου είναι ο κύριος προγνωστικός παράγοντας εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων σε ασθενείς με ΣΝ και όχι η παρουσία στενώσεων στις αρτηρίες. Ασθενείς με παρόμοιο σκορ ασβεστίου έχουν ίδιο καρδιαγγειακό κίνδυνο ανεξάρτητα από το αν έχουν αποφρακτική ή μη-αποφρακτική ΣΝ.

(Mortensen MB, Dzaye O, Steffensen FH, et al. J Am Coll Cardiol. 2020;76:2803-2813)