Home > ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ - ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ > Μηνιαία Ενημέρωση Μαϊου 2017
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ - ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑΜΗΝΙΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Μηνιαία Ενημέρωση Μαϊου 2017

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής, Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ι. Λεκάκης, Καθηγητής Καρδιολογίας, Β΄ Πανεπιστημιακή
Καρδιολογική Κλινική, Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Πολύ αυξημένα επίπεδα HDL-χολ και θνητότητα

 

Η λιποπρωτεΐνη HDL-χολ θεωρείται καρδιοπροστατευτική και τα επίπεδά της σχετίζονται αντίστροφα με την εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου. Στην παρούσα ανάλυση αξιολογήθηκαν δεδομένα από 52.268 άνδρες και 64.240  γυναίκες που συμμετείχαν στις μελέτες Copenhagen City Heart Study και Copenhagen General Population Study. Κατά τη διάρκεια παρακολούθησης 745.452 ανθρωπο-ετών καταγράφηκαν 5.619 θάνατοι στους άνδρες και 5.059 θάνατοι στις γυναίκες. Η καμπύλη συσχέτισης της HDL-χολ με τη θνητότητα είχε σχήμα U, με πολύ χαμηλά και πολύ αυξημένα επίπεδα να εντοπίζονται σε άτομα με αυξημένη θνητότητα και στα δύο φύλα. Τα χαμηλότερα ποσοστά θανάτου εντοπίστηκαν σε επίπεδα HDL-χολ 73 mg/dL στους άνδρες και 93 mg/dL στις γυναίκες κατά μέσο όρο. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι πολύ υψηλά επίπεδα HDL-χολ στο γενικό πληθυσμό σχετίζονται παράδοξα με αυξημένο κίνδυνο συνολικής θνητότητας και προτείνουν σχεδιασμό μελετών για περαιτέρω επιβεβαίωση των ευρημάτων αυτών.

(Madsen CM, Varbo A, Nordestgaard BG. Eur Heart J. 2017 [Epub ahead of print])

 

Το νεώτερο υπολιπιδαιμικό φάρμακο evacetrapib και εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων

Ο νεώτερος αναστολέας της τρανσφεράσης των εστέρων χοληστερόλης (CETP) evacetrapib έχει φανεί ότι αυξάνει τα επίπεδα της HDL-χολ,ενώ ελαττώνει την LDL-χολ. Η μελέτη ACCELERATE είναι μια φάσης ΙΙΙ πολυκεντρική, διπλά-τυφλή, τυχαιοποιημένη μελέτη που συμπεριέλαβε 12.092 άτομα με ιστορικό οξέος στεφανιαίου συνδρόμου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου (ΑΕΕ), περιφερικής αρτηριοπάθειας ή σακχαρώδους διαβήτη με συνοδό στεφανιαία νόσο. Οι συμμετέχοντες τυχαιοποιήθηκαν στη χορήγηση 130 mg evacetrapib ημερησίως ή σε εικονικό φάρμακο επιπρόσθετα στη λοιπή καθιερωμένη φαρμακευτική θεραπεία. Πρωταρχικό τελικό σημείο της μελέτης ήταν το σύνθετο καρδιαγγειακού θανάτου, εμφράγματος μυοκαρδίου, ΑΕΕ, επέμβασης επαναγγείωσης των στεφανιαίων ή νοσηλείας για ασταθή στηθάγχη. Η χορήγηση του evacetrapib οδήγησε σε αύξηση των επιπέδων της HDL-χολ κατά 133,2% με παράλληλη ελάττωση της LDL-χολ κατά 31,1% κατά μέσο όρο, συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο. Η μελέτη διεκόπη πρόωρα μετά από 26 μήνες παρακολούθησης λόγω έλλειψης αποτελεσματικότητας στο σκέλος του evacetrapib. Συμπερασματικά, ο νεώτερος αναστολέας της CETP evacetrapib, αν και επιδρά ευνοϊκά στις λιπιδαιμικές παραμέτρους HDL-χολ και LDL-χολ, δεν φάνηκε να επιφέρει κλινικό όφελος σε ασθενείς υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου.

(Lincoff AM, Nicholls SJ, Riesmeyer JS, et al. N Engl J Med. 2017;376:1933-1942)

Στατίνες για δευτερογενή πρόληψη φλεβικής θρομβοεμβολικής νόσου

Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι στατίνες μπορεί δυνητικά να επηρεάσουν θετικά την επίπτωση φλεβικής θρομβοεμβολικής νόσου (εν τω βάθει φλεβοθρόμβωση και πνευμονική εμβολή). Η παρούσα μετα-ανάλυση αξιολόγησε δεδομένα από οκτώ μελέτες με συνολικό αριθμό 103.576 συμμετεχόντων και 13.168 περιστατικών υποτρoπιάζουσας φλεβικής θρομβοεμβολής. Ο σχετικός κίνδυνος υποτροπής της θρόμβωσης ήταν 0,73 με τη χρήση στατινών έναντι των πασχόντων που δεν ελάμβαναν στατίνη. Συνολικά, οι στατίνες σχετίσθηκαν με ελάττωση υποτροπής πνευμονικής εμβολής κατά 25% και εν τω βάθει φλεβοθρόμβωσης κατά 34%. Συμπερασματικά, διαθέσιμα στοιχεία από μελέτες παρατήρησης υποστηρίζουν την ευνοϊκή επίδραση των στατινών στην υποτροπή της φλεβικής θρομβοεμβολικής νόσου, φαινόμενο που χρήζει επιβεβαίωσης με μελέτες παρέμβασης.

(Kunutsor SK, Seidu S, Khunti K, et al. Eur Heart J. 2017;38:1608-1612)

Αφαίρεση για αυξημένη λιποπρωτεΐνη (α) σε ασθενείς με ανθεκτική στηθάγχη

Η παρούσα μελέτη αξιολόγησε την επίδραση της αφαίρεσης λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] σε 20 ασθενείς με αρχικά επίπεδα Lp(a)> 500mg/L και ανθεκτική στηθάγχη. Εκτιμήθηκε η επίδραση της θεραπείας στην εφεδρεία μυοκαρδιακής αιμάτωσης, όπως αυτή αξιολογήθηκε με μαγνητική τομογραφία, στο αθηρωματικό φορτίο, τα συμπτώματα και την ποιότητα ζωής των πασχόντων. Το πρωταρχικό τελικό σημείο της μυοκαρδιακής αιμάτωσης έδειξε βελτίωση κατά 63% στους ασθενείς που υπεβλήθησαν σε αφαίρεση Lp(α), ενώ παράλληλα φάνηκε βελτίωση στο αθηρωματικό φορτίο των καρωτίδων και στην ικανότητα για άσκηση και στην ποιότητα ζωής των ασθενών, όπως αξιολογήθηκαν με δοκιμασία βάδισης 6 λεπτών και κατάλληλα ερωτηματολόγια αντίστοιχα. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η αφαίρεση της Lp(α) σε ασθενείς με αυξημένα επίπεδα Lp(a) και ανθεκτική στηθάγχη οδηγεί σε βελτίωση της μυοκαρδιακής αιμάτωσης, του αθηρωματικού φορτίου, της ικανότητας για άσκηση και των συμπτωμάτων.

(Khan TZ, Hsu LY, Arai AE, et al. Eur Heart J. 2017;38:1561-1569)

Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της πεμαφιμπράτης σε συνδυασμό με στατίνη

Παρά τη σύγχρονη θεραπεία με στατίνες συχνά παραμένει υπολειπόμενος καρδιαγγειακός κίνδυνος στους δυσλιπιδαιμικούς ασθενείς. Το νεώτερο φάρμακο της κατηγορίας SPPARMα, Κ-877 (πεμαφιμπράτη) ελαττώνει τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων και αυξάνει την HDL-χολ ως μονοθεραπεία. Δύο μελέτες αξιολόγησαν την αποτελεσματικότητα και την ασφάλεια του φαρμάκου ως προσθήκη σε στατίνη. Στην πρώτη μελέτη χορηγήθηκε Κ-877 σε 188 ασθενείς σε δόση 0,1, 0,2 και 0,4 mg συνδυαστικά με πιταβαστατίνη για 12 εβδομάδες και στη δεύτερη μελέτη χορηγήθηκαν 0,2 και 0,4 mg Κ-877 συνδυαστικά με οποιαδήποτε στατίνη σε 423 ασθενείς για 24 εβδομάδες. Συνολικά φάνηκε ελάττωση των τριγλυκεριδίων σε ποσοστό 50% και ελάττωση των μικρών πυκνών μορίων LDL-χολ και των μεγάλων μορίων της HDL-χολ. Στην ομάδα της συνδυαστικής θεραπείας δεν καταγράφηκαν σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες συγκριτικά με τη μονοθεραπεία με στατίνη. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι η προσθήκη πεμαφιμπράτης σε θεραπεία με στατίνη βελτιώνει τις λιπιδαιμικές παραμέτρους των ασθενών με ικανοποιητικό προφίλ ασφάλειας.

(Arai H, Yamashita S, Yokote K, et al. Atherosclerosis. 2017;261:144-152)