Home > ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ - ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ > Μηνιαία Ενημέρωση Αύγουστος 2017
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ - ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑΜΗΝΙΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Μηνιαία Ενημέρωση Αύγουστος 2017

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής, Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ι. Λεκάκης, Καθηγητής Καρδιολογίας, Β΄ Πανεπιστημιακή
Καρδιολογική Κλινική, Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Το αντιφλεγμονώδες φάρμακο canakinumab στην καρδιαγγειακή νόσο

Η ελάττωση της φλεγμονής μπορεί να επιδράσει θετικά στον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, αν και η φλεγμονώδης υπόθεση της αθηροθρόμβωσης δεν έχει αποδειχθεί. Στη μελέτη CANTOS αξιολογήθηκε η επίδραση του μονοκλωνικού αντισώματος κατά της ιντερλευκίνης-1β, canakinumab σε ασθενείς με ιστορικό εμφράγματος μυοκαρδίου και επίπεδα C-αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP)>2 mg/L. Μελετήθηκαν τρεις δόσεις του canakinumab, (υποδόρια χορήγηση 50mg, 150mg και 300 mg ανά τρίμηνο) έναντι εικονικού φαρμάκου. Πρωταρχικό τελικό σημείο της μελέτης ήταν η εμφάνιση μη-θανατηφόρου εμφράγματος μυοκαρδίου, μη-θανατηφόρου αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου και καρδιαγγειακού θανάτου. Μετά από παρακολούθηση 3,7 ετών μόνο η δόση των 150mg έδειξε στατιστικά σημαντική διαφορά στην ελάττωση του πρωταρχικού τελικού σημείου κατά 15% και επιπλέον μείωσε τον αριθμό των νοσηλειών επείγουσας επαναγγείωσης λόγω στηθάγχης. Οι ασθενείς που έλαβαν canakinumab εμφάνισαν μεγαλύτερο ποσοστό θανατηφόρων λοιμώξεων, ενώ δεν υπήρχε διαφορά στη συνολική θνητότητα.  Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η στοχοποίηση του μηχανισμού ανοσίας με αναστολή της ιντερελευκίνης-1β με το φάρμακο canakinumab οδηγεί σε ελάττωση των καρδιαγγειακών επεισοδίων ανεξάρτητα από την επίδραση στις λιπιδαιμικές παραμέτρους.

(Ridker PM, Everett  BM, Thuren T, et al. DOI: 10.1056/NEJMoa1707914)

Λιποπρωτεΐνη (α) και καρδιαγγειακός κίνδυνος στην Ευρώπη

Νεώτερα υπολιπιδαιμικά φάρμακα επηρεάζουν τα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης (α) [Lp(a)] και ενδεχομένως τον καρδιαγγειακό κίνδυνο που προκύπτει από αυτά. Η παρούσα ανάλυση μελέτησε την κατανομή των επιπέδων της Lp(a) στον ευρωπαϊκό πληθυσμό. Εκτιμήθηκαν δεδομένα από το πρόγραμμα BiomarCaRE (Biomarkers for Cardiovascular Risk Assessment in Europe) από 56.804 συμμετέχοντες σε 7 πληθυσμιακές μελέτες με μέγιστη διάρκεια παρακολούθησης 24 έτη. Ως τελικά σημεία θεωρήθηκαν η εμφάνιση μειζόνων καρδιαγγειακών επεισοδίων, καρδιαγγειακών επεισοδίων και η συνολική θνητότητα. Στη βόρεια Ευρώπη φάνηκαν χαμηλότερα επίπεδα Lp(a) συγκριτικά με την κεντρική και νότια Ευρώπη. Φάνηκε θετική συσχέτιση ανάμεσα στα αυξημένα επίπεδα της Lp (a) και την καρδιαγγειακή νοσηρότητα, αλλά όχι τη συνολική θνητότητα. Στην ανάλυση υπο-ομάδων φάνηκε ότι η συσχέτιση αυτή ήταν περισσότερο ισχυρή σε πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ). Οι συγγραφείς συμπεραίνουν ότι υπάρχουν διαφορές των επιπέδων της Lp(a) ανάλογα με την περιοχή και ότι η Lp(a) σχετίζεται με την εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων κυρίως στους ασθενείς με ΣΔ, στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπ’όψιν για την αναγνώριση πληθυσμών που μπορεί να ωφεληθούν από νεώτερες υπολιπιδαιμικές θεραπείες.

(Waldeyer C, Makarova N, Zeller T, et al. Eur Heart J. 2017. doi: 10.1093/eurheartj/ehx166. [Epub ahead of print])

Evolocumab και νοητική λειτουργία

Τα πολύ χαμηλά επίπεδα LDL-χολ ως αποτέλεσμα της χορήγησης αναστολέων της PCSK-9 έχουν οδηγήσει σε ανησυχία για την ενδεχόμενη εμφάνιση διαταραχών της γνωσιακής ικανότητας των ασθενών. Στη μελέτη EBBINGHAUS αξιολογήθηκε η επίδραση του evolocumab στη νοητική λειτουργία μιας υπο-ομάδας 1.204 ασθενών από μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη. Οι γνωσιακές ικανότητες των συμμετεχόντων αξιολογήθηκαν με το ερωτηματολόγιο του Cambridge και πρωταρχικό τελικό σημείο της ανάλυσης ήταν η βαθμολογία στο δείκτη εκτελεστικής λειτουργίας της μνήμης, ενώ άλλες παράμετροι της δοκιμασίας αποτελούσαν δευτερογενή τελικά σημεία. Μετά από 19 μήνες παρακολούθησης κατά μέσο όρο δεν φάνηκε στατιστικά σημαντική διαφορά στο πρωταρχικό τελικό σημείο στους ασθενείς που έλαβαν evolocumab συγκριτικά με εικονικό φάρμακο. Τα δευτερογενή τελικά σημεία επίσης δεν έδειξαν στατιστικά σημαντική διαφορά, ενώ τα επίπεδα της LDL-χολ δεν σχετίσθηκαν με μεταβολή των γνωσιακών λειτουργιών. Συμπερασματικά, η προσθήκη evolocumab σε θεραπεία με στατίνη δεν επηρεάζει τη νοητική ικανότητα των ασθενών σε χρονικό βάθος 19 μηνών.

(Giugliano RP, Mach F, Zavitz K, et al. N Engl J Med. 2017;377:633-643)

Anacetrapib και καρδιαγγειακή νόσος

Στη μελέτη HPS3/TIMI55-REVEAL μελετήθηκε η επίδραση του νεώτερου αναστολέα της CETP, anacetrapib στην εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων. Στη μελέτη συμμετείχαν 30.499 πάσχοντες από αθηροσκληρωτική αγγειακή νόσο υπό υπολιπιδαιμική αγωγή με ατορβαστατίνη και με μέση LDL-χολ = 61 mg/dL και HDL-χολ = 40mg/dL. Οι ασθενείς τυχαιοποιήθηκαν στην προσθήκη 100 mg anacetrapib ή εικονικού φαρμάκου. Μετά από διάμεση παρακολούθηση 4,1 ετών φάνηκε ότι η χορήγηση anacetrapib οδήγησε σε ελάττωση κατά 9% της εμφάνισης μειζόνων στεφανιαίων επεισοδίων (έμφραγμα μυοκαρδίου, θάνατος λόγω στεφανιαίας νόσου ή στεφανιαία επαναγγείωση), χωρίς σημαντική αύξηση κακοηθειών ή μεταβολή της θνητότητας. Η ομάδα του anacetrapib εμφάνιζε αύξηση της HDL-χολ κατά 43mg/dL και ελάττωση της non-HDL-χολ κατά 17mg/dL κατά μέσο όρο. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η προσθήκη anacetrapib σε εντατική υπολιπιδαιμική αγωγή με ατορβαστατίνη επιφέρει κλινικό όφελος σε ασθενείς με καρδιαγγειακή νόσο.

(HPS3/TIMI55-REVEAL Collaborative Group. N Engl J Med. 2017. doi: 10.1056/NEJMoa1706444. [Epub ahead of print])

Αρτηριακή πίεση και εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων

Δεδομένα πριν από το 2000 δείχνουν ότι η πλειοψηφία των καρδιαγγειακών επεισοδίων στους ενήλικες καταγράφονται σε άτομα με αρτηριακή πίεση (ΑΠ) > 140/90 mmHg. Έκτοτε, οι στόχοι για την ΑΠ έχουν επιτευχθεί σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού των ΗΠΑ. Στην ανάλυση αυτή από τις μελέτες REGARDS, MESA και JHS αξιολογήθηκε η συσχέτιση της ΑΠ με την εμφάνιση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, μη-θανατηφόρου εμφράγματος μυοκαρδίου, θανάτου λόγω στεφανιαίας νόσου ή καρδιακή ανεπάρκεια. Αναλύθηκαν συνολικά δεδομένα από 31.876 ασθενείς (21.208 από τη μελέτη REGARDS, 6.779 από τη μελέτη MESA και 3,869 από τη μελέτη JHS). Μετά από 7,7 έτη καταγράφηκαν 2.584 καρδιαγγειακά επεισόδια. Συνολικά, ποσοστό 63% εμφανίσθηκε σε συμμετέχοντες με ΑΠ < 140/90 mmHg. Η πλειοψηφία αυτή ήταν ανεξάρτητη από την ηλικία, το φύλο ή τη φυλή. Από τους υπερτασικούς ασθενείς υπό αγωγή με ΑΠ < 140/90 mmHg, ποσοστό 19,5% πληρούσε τα κριτήρια της μελέτης Systolic Blood Pressure Intervention (SPRINT) για επιθετικότερη ρύθμιση της συστολικής ΑΠ < 120 mmHg. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι στη σύγχρονη εποχή η πλειοψηφία καρδιαγγειακών επεισοδίων καταγράφεται σε άτομα με ΑΠ < 140/90 mmHg και προτείνουν τη λήψη μέτρων για ελάττωση του καρδιαγγειακού κινδύνου.

(Tajeu GS, Booth JN 3rd, Colantonio LD et al. Circulation. 2017 Jun 20. pii: CIRCULATIONAHA.117.027362. doi: 10.1161/CIRCULATIONAHA.117.027362)

Καναγκλιφλοζίνη και κίνδυνος καρδιαγγειακών και νεφρικών επιπλοκών

Το νεώτερο αντιδιαβητικό φάρμακο καναγκλιφλοζίνη είναι ένας αναστολέας της SGLT-2 (Sodium-Glucose Cotransporter-2) που, πέραν της υπογλυκαιμικής δράσης, ελαττώνει την αρτηριακή πίεση, το σωματικό βάρος και την αλβουμινουρία. Το πρόγραμμα CANVAS συμπεριλαμβάνει δεδομένα από δύο μελέτες με συνολικό αριθμό 10.142 ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) και υψηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Μετά από 188,2 εβδομάδες θεραπείας το πρωταρχικό τελικό σημείο (σύνθετο καρδιαγγειακού θανάτου, μη-θανατηφόρου εμφράγματος μυοκαρδίου και αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου) ήταν 14% λιγότερο συχνό στους ασθενείς υπό καναγκλιφλοζίνη (p=0,02 για ανωτερότητα). Παράλληλα, τα αποτελέσματα ήταν ενδεικτικά πιθανού οφέλους της καναγκλιφλοζίνης στη νεφρική λειτουργία των συμμετεχόντων. Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του υπό μελέτη φαρμάκου ήταν παρόμοιες με προηγούμενες μελέτες με εξαίρεση αυξημένο ποσοστό ακρωτηριασμών (6,3 έναντι 3,4 συμμετεχόντων ανά 1000 ασθενείς-έτη). Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η χορήγηση του  αναστολέα της SGLT-2 καναγκλιφλοζίνη σε ασθενείς υψηλού καρδιαγγειακού κινδύνου με ΣΔτ2 μειώνει τη συχνότητα εμφάνισης καρδιαγγειακών επεισοδίων με εξαίρεση την αυξημένη συχνότητα ακρωτηριασμών.

(Neal B, Perkovic V, Mahaffey KW, et al. N Engl J Med. 2017;377:644-657)