Home > ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ - ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ > Μηνιαία Ενημέρωση Ιουνίου 2017
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ - ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑΜΗΝΙΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Μηνιαία Ενημέρωση Ιουνίου 2017

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος, Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής, Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ι. Λεκάκης, Καθηγητής Καρδιολογίας, Β΄ Πανεπιστημιακή
Καρδιολογική Κλινική, Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ικανότητα εκροής χοληστερόλης, αριθμός μορίων της HDL-χολ και καρδιαγγειακά επεισόδια
Η κλινική αποτυχία των φαρμάκων που αυξάνουν την HDL-χολ έχει στρέψει το ενδιαφέρον ερευνητών σε εναλλακτικούς ποιοτικούς και ποσοτικούς δείκτες της HDL (ικανότητα εκροής χοληστερόλης και αριθμός μορίων της HDL αντίστοιχα). Στην παρούσα ανάλυση από τη μελέτη JUPITER μετρήθηκαν αυτοί οι δείκτες κατά την έναρξη της μελέτης και μετά από ένα έτος, σε άτομα με σχετικά χαμηλά επίπεδα LDL-χολ και αυξημένη CRP που τυχαιοποιήθηκαν σε λήψη ροσουβαστατίνης ή εικονικού φαρμάκου. Κατά τη διάρκεια της μελέτης σημειώθηκαν 314 περιστατικά καρδιαγγειακών επεισοδίων. Η αρχική τιμή των μορίων της HDL σχετίσθηκε αντίστροφα με την εμφάνιση καρδιαγγειακών επεισοδίων. Η χορήγηση ροσουβαστατίνης δεν μετέβαλε την ικανότητα εκροής της χοληστερόλης, αλλά επέδρασε θετικά στα επίπεδα της HDL-χολ, στα επίπεδα της απολιποπρωτεΐνης Α-Ι και στον αριθμό των μορίων της HDL. Στον υπό θεραπεία πληθυσμό φάνηκε επίσης αντίστροφη σχέση της ικανότητας εκροής της χοληστερόλης με τα κλινικά συμβάματα, αν και ασθενέστερη συγκριτικά με τον αριθμό των μορίων της HDL. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι από τους δείκτες που σχετίζονται με την HDL-χολ, ο αριθμός των μορίων της HDL είναι ο ισχυρότερος προγνωστικός παράγοντας κλινικών επεισοδίων
(Khera AV, Demler OV, Adelman SJ, et al. Circulation. 2017;135:2494-2504)
Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της προσθήκης zhibitai σε στατίνη σε ασθενείς με στεφανιαία νόσο
Το zhibitai είναι ένα κινέζικο φυτικό υπολιπιδαιμικό σκεύασμα που δεν προκαλεί σημαντικές ανεπιθύμητες ενέργειες. Στη μελέτη αυτή συγκρίθηκε η συνδυαστική θεραπεία με zhibitai και 10 mg ατορβαστατίνης έναντι μονοθεραπείας με 40 mg ατορβαστατίνης σε 720 πάσχοντες από στεφανιαία νόσο (ΣΝ) ή υψηλού κινδύνου για ΣΝ. Αξιολογήθηκε η επίδραση των δύο θεραπευτικών σχημάτων σε λιπιδαιμικές παραμέτρους και στην εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών μετά από 4 και 8 εβδομάδες θεραπείας. Συνολικά δεν υπήρχαν διαφορές στις υπολιπιδαιμικές παραμέτρους με εξαίρεση ασθενείς με αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων > 204 mg/dL και LDL-χολ > 131 mg/dL όπου φάνηκε υπεροχή της συνδυαστικής θεραπείας. Δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στα δύο σκέλη της θεραπείας στην εμφάνιση μυοπάθειας ή νεφρικής βλάβης, ενώ η εμφάνιση ηπατικών διαταραχών, κεφαλαλγίας και γαστρεντερικών ενοχλημάτων ήταν λιγότερη συχνή με τη συνδυαστική θεραπεία. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι ο συνδυασμός χαμηλής δόσης ατορβαστατίνης με zhibitai είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικός με υψηλότερης δόσης στατίνη και προτείνουν αξιολόγηση της επίδρασης του συνδυασμού στην εμφάνιση καρδιαγγειακών συμβαμάτων.
(Xu D, Hu J, Wu Q, et al. Oncotarget. 2017. doi: 10.18632/oncotarget.18329. [Epub ahead of print])
Η επίδραση της εζετιμίμπης στη σταθεροποίηση και στην υποστροφή της ενδοστεφανιαίας αθηρωματικής πλάκας
Η ελάττωση του κίτρινου πυρήνα της αθηρωματικής πλάκας σχετίζεται με τη σταθεροποίηση της πλάκας. Στη μελέτη ZIPANGU 131 ασθενείς με σταθερή στεφανιαία νόσο τυχαιοποιήθηκαν σε χορήγηση μονοθεραπείας με ατορβαστατίνη 10-20 mg ή σε συνδυαστική θεραπεία με ατορβαστατίνη 10-20 mg και εζετιμίμπη 10 mg. Οι συμμετέχοντες υπεβλήθησαν σε ενδοστεφανιαίο υπέρηχο προς αξιολόγηση της πλάκας στην έναρξη της μελέτης και 9 μήνες μετά. Η LDL-χολ ήταν χαμηλότερη στην ομάδα της συνδυαστικής θεραπείας (63 έναντι 75 mg/dL). Ο κίτρινος πυρήνας ελαττώθηκε στον ίδιο βαθμό στις δύο ομάδες, αλλά οι ασθενείς που έλαβαν συνδυαστική θεραπεία εμφάνισαν επιπλέον ελάττωση του όγκου της πλάκας. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι σταθεροποίηση της πλάκας ήταν παρόμοια στις δύο ομάδες υπολιπιδαιμικής θεραπείας, αλλά η συνδυαστική θεραπεία ατορβαστατίνης με εζετιμίμπη οδήγησε σε ελάττωση του αθηρωματικού όγκου στις στεφανιαίες αρτηρίες ανάλογη με τη μείωση της LDL-χολ.
(Ueda Y, Hiro T, Hirayama A, et al. Circ J. 2017. doi: 10.1253/circj.CJ-17-0193. [Epub ahead of print])
Ασφάλεια του evolocumab σε περισσότερους από 6.000 ασθενείς
Σε αυτή την ανάλυση ασφάλειας του evolocumab αξιολογήθηκαν δεδομένα από ασθενείς που συμμετείχαν σε διπλά-τυφλές ή ανοιχτές μελέτες με το φάρμακο. Καταγράφηκαν ανεπιθύμητες ενέργειες σε σύνολο 6.026 ασθενών που συμμετείχαν σε μελέτες φάσης 2 και 3, εκ των οποίων 4.465 συνέχισαν να λαμβάνουν ανοιχτά αγωγή για 11,1 μήνες κατά μέσο όρο. Η ανάλυση έγινε ξεχωριστά για τις τυφλές και τις ανοιχτές μελέτες. Δεν βρέθηκε στατιστικά σημαντική διαφορά σε εμφάνιση ανεπιθύμητων ενεργειών ανάμεσα σε ασθενείς που έλαβαν το evolocumab έναντι αυτών που έλαβαν εικονικό φάρμακο. Στις τυφλές μελέτες αναφέρθηκαν 5 περιστατικά (0,1%) νευρογνωσιακών διαταραχών σε ασθενείς που έλαβαν evolocumab και 6 περιστατικά (0,3%) στο εικονικό φάρμακο ενώ στις ανοιχτές μελέτες 27 περιστατικά (0,9%) σε ασθενείς που έλαβαν evolocumab και 5 περιστατικά (0,3%) στο εικονικό φάρμακο. Δεν ανιχνευθήκαν εξουδετερωτικά αντισώματα έναντι του φαρμάκου κατά τη συνολική παρακολούθηση. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι στη συνολική ανάλυση ασφάλειας του evolocumab η σχέση κόστους-οφέλους είναι ευνοϊκή για το υπό μελέτη φάρμακο.
(Toth PP, Descamps O, Genest J, et al. Circulation. 2017;135:1819-1831)
Η επίδραση της ροσουβαστατίνης στο πάχος έσω-μέσου χιτώνα των καρωτίδων παιδιών με ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία
Πάσχοντες από ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμία (Heterozygous familial hypercholesterolemia – HeFH) εμφανίζουν πρώιμη αθηροσκλήρωση. Στην μελέτη CHARON συμμετείχαν 197 παιδιά με HeFH ηλικίας 6 έως 18 ετών που έλαβαν θεραπεία με ροσουβαστατίνη και συγκρίθηκαν με 65 υγιείς μάρτυρες. Στους συμμετέχοντες στη μελέτη μετρήθηκε το πάχος έσω-μέσου χιτώνα (ΙΜΤ) στην κοινή και έσω καρωτίδα και στον καρωτιδικό βολβό άμφω. Αρχικά οι πάσχοντες από HeFH εμφάνιζαν μεγαλύτερες τιμές ΙΜΤ συγκριτικά με τους υγιείς συνομηλίκους τους. Μετά από δύο έτη λήψης της αγωγής με ροσουβαστατίνη (μέγιστη δόση 10 mg για ηλικίες μέχρι 10 ετών και 20 mg για παιδιά άνω των 10 ετών) φάνηκε ότι το ΙΜΤ ήταν συγκρίσιμο ανάμεσα στις δύο ομάδες. Συμπερασματικά, παιδιά με HeFH ηλικίας άνω των 6 ετών εμφανίζουν αυξημένο ΙΜΤ συγκριτικά με υγιείς μάρτυρες και η θεραπεία με ροσουβαστατίνη ελαττώνει την πρόοδο του ΙΜΤ σε επίπεδα παρόμοια με των υγιών.
(Braamskamp MJAM, Langslet G, McCrindle BW, et al. Circulation. 2017. pii: CIRCULATIONAHA.116.025158. doi: 10.1161/CIRCULATIONAHA.116.025158. [Epub ahead of print])