Home > ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ > Μηνιαία Ενημέρωση Φεβρουαρίου 2019
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣΜΗΝΙΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΝΕΑ

Μηνιαία Ενημέρωση Φεβρουαρίου 2019

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος,
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών
Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής,
Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ι. Λεκάκης, Καθηγητής Καρδιολογίας, Β΄ Πανεπιστημιακή
Καρδιολογική Κλινική, Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

 

Ελάττωση συνολικών καρδιαγγειακών επεισοδίων με τη χορήγηση αλιροκουμάμπης

Στη μελέτη ODYSSEY OUTCOMES, ο αναστολέας της PCSK9 αλιροκουμάμπη ελάττωσε την πρώτη εμφάνιση του πρωταρχικού τελικού σημείο σε ασθενείς που είχαν υποστεί οξύ στεφανιαίο σύνδρομο (ΟΣΣ). Στην παρούσα προκαθορισμένη ανάλυση των δεδομένων της μελέτης αξιολογήθηκε η επίδραση της αγωγής στα συνολικά (πρώτο και υποτροπιάζοντα) μη-θανατηφόρα καρδιαγγειακά επεισόδια και στη συνολική θνητότητα. Από σύνολο 5.425 καρδιαγγειακών επεισοδίων (3.064 ως πρώτη εκδήλωση από την τυχαιοποίηση) στην ομάδα της αλιροκουμπάμπης καταγράφηκαν αριθμητικά 385 λιγότερα επεισόδια (190 ως πρώτη εκδήλωση). Η χορήγηση του φαρμάκου φάνηκε να σχετίζεται με 13% χαμηλότερη επίπτωση συνολικών καρδιαγγειακών επεισοδίων και κατά 17% χαμηλότερη θνητότητα. Οι ερευνητές συμπεραίνουν ότι ο συνολικός αριθμός των καρδιαγγειακών επεισοδίων που προλαμβάνει η χορήγηση αλιροκουμάμπης σε ασθενείς με ιστορικό ΟΣΣ είναι σχεδόν διπλάσιος από τα πρώτα επεισόδια και εκτιμούν ότι αυτό το μέτρο αναδεικνύει πειστικότερα την κλινική ωφέλεια από τη χορήγηση του υπό μελέτη φαρμάκου.

(Szarek M, White HD, Schwartz GG, et al. J Am Coll Cardiol. 2019;73:387-396)

 

Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια της ασπιρίνης στην πρωτογενή πρόληψη καρδιαγγειακών επεισοδίων

Ο ρόλος της ασπιρίνης στην πρωτογενή πρόληψη ήταν αντικείμενο της παρούσας αναδρομικής μελέτης. Αξιολογήθηκαν δεδομένα από 157.248 συμμετέχοντες σε 11 τυχαιοποιημένες μελέτες με ασπιρίνη έναντι εικονικού φαρμάκου (ή υγιών μαρτύρων). Πρωταρχικό τελικό σημείο αποτελεσματικότητας ήταν η συνολική θνητότητα, ενώ πρωταρχικό τελικό σημείο ασφάλειας οι μείζονες αιμορραγίες. Φάνηκε ότι σε μέση διάρκεια παρακολούθησης 6,6 ετών η λήψη ασπιρίνης δεν σχετίζεται με ελάττωση της θνησιμότητας, ενώ αντίθετα αυξάνει κατά 47% τον κίνδυνο μείζονος αιμορραγίας και κατά 33% τον κίνδυνο ενδοκράνιας αιμορραγίας. Φάνηκε χαμηλότερη επίπτωση εμφράγματος μυοκαρδίου κατά 18%, αλλά το αποτέλεσμα αυτό χαρακτηριζόταν από μεγάλη ετερογένεια και δεν επιβεβαιώθηκε από δεδομένα των πρόσφατων μελετών. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η χορήγηση ασπιρίνης για πρωτογενή πρόληψη δεν είναι κλινικά επωφελής όσον αφορά στη θνησιμότητα και σχετίζεται με αύξηση των περιστατικών μείζονος αιμορραγίας.

(Mahmoud AN, Gad MM, Elgendy AY, et al. Eur Heart J. 2019;40:607-617)

 

Χριστούγεννα και υπερχοληστερολαιμία

Η παρούσα μελέτη είχε ως στόχο τον έλεγχο της υπόθεσης ότι οι χριστουγεννιάτικες εορτές σχετίζονται με αύξηση των λιπιδαιμικών παραμέτρων. Αξιολογήθηκαν δεδομένα από 25.764 συμμετέχοντες στη μελέτη γενικού πληθυσμού της Κοπεγχάγης. Υπερχοληστερολαιμία ορίσθηκε ως τιμή ολικής χοληστερόλης > 193 mg/dL ή LDL-χολ > 116 mg/dL. Φάνηκε ότι σε συμμετέχοντες που εξετάσθηκαν τους μήνες Δεκέμβριο και Ιανουάριο οι μέσες τιμές ολικής χοληστερόλης και LDL-χολ ήταν αυξημένες κατά 15% και 20% αντίστοιχα, συγκριτικά με όσους εξετάσθηκαν τους μήνες Μάιο και Ιούνιο. Συμμετέχοντες που εξετάσθηκαν την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου, αμέσως μετά τις χριστουγεννιάτικες εορτές, εμφάνιζαν αυξημένη ολική χοληστερόλη σε ποσοστό 77% και αυξημένη LDL-χολ σε ποσοστό 89%, που αντιστοιχεί σε εξαπλάσιο κίνδυνο διάγνωσης υπερχοληστερολαιμίας συγκριτικά με τις υπόλοιπες ημέρες του έτους. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι οι χριστουγεννιάτικες εορτές σχετίζονται με αύξηση των λιπιδαιμικών παραμέτρων και προτείνουν την επανάληψη των μετρήσεων αργότερα εντός του έτους προκειμένου να τεθεί η διάγνωση υπερχοληστερολαιμίας.

(Vedel-Krogh S, Kobylecki CJ, Nordestgaard BG, et al. Atherosclerosis. 2018;281:121-127)

Παράγοντες κινδύνου σε νεαρούς εμφραγματίες

Η παρούσα αναδρομική μελέτη κατέγραψε την παρουσία των τροποποιήσιμων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου σε 1.462.168 κατοίκους των ΗΠΑ ηλικίας 18 έως 59 ετών, που νοσηλεύθηκαν λόγω οξέος εμφράγματος μυοκαρδίου (ΟΕΜ) από το 2005 έως το 2015. Ποσοστό 19,2% των συμμετεχόντων ήταν ηλικίας <44 ετών όταν εκδηλώθηκε η στεφανιαία νόσος (ΣΝ). Σε αυτή την ομάδα ασθενών τα ποσοστά καπνίσματος, δυσλιπιδαιμίας και υπέρτασης ήταν 56,8%, 51,7% και 49,8%, ενώ σε συμμετέχοντες ηλικίας 45 έως 59 ετών τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 51,9%, 57,5% και 59,8%. Καταγράφηκαν σημαντικές διαφορές ανάλογα με τη φυλή και το φύλο, με γυναίκες ασθενείς να εμφανίζουν συχνότερα σακχαρώδη διαβήτη, υπέρταση και παχυσαρκία, ενώ οι άνδρες είχαν υψηλότερο επιπολασμό δυσλιπιδαιμίας, κατάχρησης ναρκωτικών ουσιών και ήταν συχνότερα καπνιστές. Ο επιπολασμός των παραγόντων κινδύνου εμφάνιζε αύξηση με την πάροδο του χρόνου, με εξαίρεση τη δυσλιπιδαιμία. Συμπερασματικά, η παρουσία τροποποιήσιμων παραγόντων κινδύνου είναι συχνή σε νεαρούς ενήλικες ασθενείς με ΟΕΜ και υπάρχει σημαντική ετερογένεια ανάλογα με το φύλο και τη φυλή.

(Yandrapalli S, Nabors C, Goyal A, et al. J Am Coll Cardiol. 2019;73:573-584)

Εντατική ρύθμιση αρτηριακής πίεσης και άνοια

Στο πλαίσιο της μελέτης SPRINTέλαβε χώρα η μελέτη SPRINT MIND με στόχο την αξιολόγηση της εντατικής ελάττωσης της αρτηριακής πίεσης (ΑΠ) στην εμφάνιση άνοιας. Στην ανάλυση αυτή συμμετείχαν 9.361 υπερτασικοί ασθενείς χωρίς ιστορικό σακχαρώδη διαβήτη ή εγκεφαλικού επεισοδίου, που τυχαιοποίηθηκαν σε στόχο για την συστολική ΑΠ < 120 mmHg έναντι < 140 mmHg. Μετά από περίπου 5 έτη παρακολούθησης το πρωταρχικό τελικό σημείο της εμφάνισης άνοιας δεν διέφερε στατιστικά σημαντικά ανάμεσα στις δύο ομάδες. Φάνηκε, εντούτοις, ότι η εντατικότερη ρύθμιση της ΑΠ μείωσε κατά 19% την εμφάνιση ήπιας γνωσιακής δυσλειτουργίας. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι η επιθετικότερη ελάττωση της ΑΠ σε υπερτασικούς ασθενείς δεν οδηγεί σε μείωση του κινδύνου εμφάνισης άνοιας, αν και σχολιάζουν ότι η πρόωρη διακοπή της μελέτης SPRINT μπορεί να οδήγησε σε υποτίμηση της επίδρασης της αντιϋπερτασικής αγωγής στις γνωσιακές παραμέτρους.

(Williamson JD, Pajewski NM, Auchus AP, et al. JAMA. 2019;321:553-561)