Home > ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣ > Μηνιαία Ενημέρωση Ιανουαρίου 2019
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΥΓΕΙΑΣΜΗΝΙΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΝΕΑ

Μηνιαία Ενημέρωση Ιανουαρίου 2019

Επιμέλεια:

Χ. Μιχαλακέας, Καρδιολόγος, Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών,
Επιστημονικός Συνεργάτης Β’ Πανεπιστημιακής Καρδιολογικής Κλινικής,
Π.Γ.Ν.«Αττικόν»

Λ. Ραλλίδης, Αναπληρωτής Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Ι. Λεκάκης, Καθηγητής Καρδιολογίας,
Β΄ Πανεπιστημιακή Καρδιολογική Κλινική,
Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Οικογενής συνδυασμένη υπερλιπιδαιμία και επίπτωση καρδιαγγειακής νόσου

Η οικογενής συνδυασμένη υπερλιπιδαιμία (Familial combined hyperlipidemia, FCHL) σχετίζεται με την εμφάνιση πρώιμης καρδιαγγειακής νόσου (ΚΑΝ). Η παρούσα ανάλυση είχε ως στόχο τη διερευνηση της επίπτωσης ΚΑΝ σε πάσχοντες από FCHL με την εφαρμογή της τρέχουσας στρατηγικής πρωτογενούς πρόληψης και επιπλεόν την αξιολόγηση του υπολογισμού του καρδιαγγειακού κινδύνου με το SCORE στους ασθενείς αυτούς. Για το σκοπό αυτό αξιολογήθηκαν δεδομένα από 596 πάσχοντες από FCHL σε σύγκριση με συγγενείς αυτών χωρίς υπερλιπιδαιμία και τους/τις υγιείς συζύγους τους. Μετά από 15 χρόνια παρακολούθησης φάνηκε ότι οι ασθενείς με FCHL είχαν πενταπλάσιο κίνδυνο εμφάνισης ΚΑΝ (στεφανιαία νόσο, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, περιφερική αρτηριακή νόσο που απαιτεί επεμβατική αντιμετώπιση) συγκριτικά με τους/τις υγιείς συζύγους, χωρίς να ισχύει το ίδιο για συγγενείς χωρίς υπερλιπιδαιμία. Η εφαρμογή του SCORE φάνηκε να υπερεκτιμά τον κίνδυνο στα υγιή άτομα της μελέτης, όχι όμως στους πάσχοντες από FCHL. Οι ερευνητές διαπιστώνουν ότι παρά τη σύγχρονη εξέλιξη της προληπτικής καρδιολογίας, πάσχοντες από FCHL έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης ΚΑΝ και ότι η εφαρμογή του προγνωστικού μοντέλου της ευρωπαϊκής καρδιολογικής εταιρείας SCORE δεν υπερεκτιμά την ανάγκη εντατικής θεραπείας στους ασθενείς αυτούς.

(Luijten J, van Greevenbroek MMJ, Schaper NC, et al. Atherosclerosis. 2019;280:1-6)

Νταπαγκλιφλοζίνη και καρδιαγγειακά επεισόδια σε ασθενείς με διαβήτη

Η νταπαγκλιφλοζίνη είναι ένας εκλεκτικός αναστολέας του συμμεταφορέα 2 γλυκόζης-νατρίου (Sodium-glucose Cotransporter-2, SGLT2) που έχει αντιδιαβητική δράση μέσω γλυκοζουρίας. Στη μελέτη DECLARE–TIMI 58 αξιολογήθηκε η καρδιαγγειακή ασφάλεια της νταπαγκλιφλοζίνης σε 17.160 πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 (ΣΔτ2) με γνωστό ιστορικό ή με αυξημένο κίνδυνο αθηροσκληρωτικής καρδιαγγειακής νόσου (ΚΑΝ). Μετά από παρακολούθηση 4,2 ετών κατά μέσο όρο το πρωταρχικό τελικό σημείο ασφάλειας (καρδιαγγειακός θάνατος, έμφραγμα μυοκαρδίου, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο) δε διέφερε στατιστικά ανάμεσα στην ομάδα της νταπαγκλιφλοζίνης και αυτή του εικονικού φαρμάκου. Επιπλέον, οι ασθενείς που έλαβαν νταπαγκλιφλοζίνη εμφάνιζαν κατά 27% χαμηλότερη πιθανότητα νοσηλείας για καρδιακή ανεπάρκεια και κατά 24% μικρότερο ποσοστό εμφάνισης επιπλοκών από τη νεφρική λειτουργία. Η νταπαγκλιφλοζίνη συνδέθηκε με μεγαλύτερα ποσοστά διαβητικής κετοξέωσης και λοιμώξεων των γεννητικών οργάνων που οδήγησαν σε διακοπή του φαρμάκου. Συμπερασματικά, ο αναστολέας SGLT2 νταπαγκλιφλοζίνη δε σχετίζεται με αύξηση των καρδιαγγειακών επεισοδίων σε ασθενείς με ΣΔτ2, τουναντίον, η χορήγηση του φαρμάκου σε ασθενείς με ή σε αυξημένο κίνδυνο για ΚΑΝ οδηγεί σε ελάττωση των νοσηλειών για καρδική ανεπάρκεια.

(Wiviott SD, Raz I, Bonaca MP, et al. N Engl J Med. 2019;380:347-357)

Επίπεδα λιποπρωτεΐνης (α) και καρδιαγγειακός κίνδυνος σε διαφορετικές φυλετικές ομάδες

Τα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης (α) [Lipoprotein(a), (Lp(a)] σχετίζονται θετικά με την εμφάνιση εμφράγματος μυοκαρδίου (ΕΜ) στον ευρωπαϊκό πληθυσμό, όμως λιγότερα δεδομένα είναι διαθέσιμα για άλλες εθνότητες. Στο πλαίσιο της μελέτης INTERHEART αξιολογήθηκαν δεδομένα από 6.086 συμμετέχοντες που εμφάνισαν ΕΜ και 6.857 υγιείς μάρτυρες. Οι συμμετέχοντες εκπροσωπούσαν 7 διαφορετικές φυλετικές ομάδες  (αφρικανική, κινέζικη, ευρωπαϊκή, λατινοαμερικάνικη, νότια και νοτιοανατολική ασιατική) και υπεβλήθησαν σε μέτρηση της συγκέντρωσης και των ισομορφών της Lp(a). Εντοπίστηκαν διαφορές στη συγκέντρωση και το μέγεθος των ισομορφών της Lp(a) στις διαφορετικές φυλές, με συμμετέχοντες της αφρικανικής φυλής να εμφανίζουν τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις και το μικρότερο μέγεθος ισομορφών, ενώ αντίθετα άτομα κινέζικής καταγωγής εμφάνιζαν τις χαμηλότερες συγκεντρώσεις και το μεγαλύτερο μέγεθος ισομορφών Lp(a). Σημειώθηκε αντίστροφη σχέση ανάμεσα στη συγκέντρωση και το μέγεθος των ισομορφών. Συνολικά, επίπεδα Lp(a)> 50mg/dL εμφάνιζαν συσχέτιση με την εμφάνιση ΕΜ ανεξάρτητα από άλλους καθιερωμένους παράγοντες κινδύνου. Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι τη συγκέντρωση και το μέγεθος των ισομορφών της Lp(a) εμφανίζει μεταβλητότητα ανάλογα με τη φυλή. Αυξημένες συγκεντρώσεις Lp(a) αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση ΕΜ, ιδιαίτερα σε άτομα λατινοαμερικάνικης και νοτιοασιατικής καταγωγής.

(Paré G, Caku A, McQueen M, et al. Circulation. 2019. doi: 10.1161/CIRCULATIONAHA.118.034311. [Epub ahead of print])

Διάρκεια και ποιότητα του ύπνου και εμφάνιση υποκλινικής αθηροσκλήρωσης

Στο πλαίσιο της μέλετης PESA (Progression of Early Subclinical Atherosclerosis) έλαβε χώρα η παρούσα ανάλυση που είχε ως στόχο τη συσχέτιση παραμέτρων ύπνου με εμφάνιση αθηροσκλήρωσης. Για το σκοπό αυτό αξιολογήθηκαν δεδομένα από 3.974 συμμετέχοντες μέσης ηλικίας 45 ετών οι οποίοι υπεβλήθησαν σε 7ήμερη καταγραφή ύπνου, τριδιάστατο υπερηχογράφημα καρωτίδων και μηριαίων αρτηριών και αξονική τομογραφία για την ανάδειξη αθηροσκλήρωσης των στεφανιαίων αρτηριών. Αναγνωρίσθηκαν 4 ομάδες συμμετεχόντων: πολύ βραχεία διάρκεια ύπνου < 6 ώρες,   βραχεία διάρκεια ύπνου  6 έως 7 ώρες, ικανοποιητική διάρκεια ύπνου 7 έως 8 ώρες και μακρά διάρκεια ύπνου > 8 ώρες, ενώ παράλληλα υπολογίσθηκε ο δείκτης διακοπτόμενου ύπνου. Μετά από ομαλοποίηση για καθιερωμένους παράγοντες κινδύνου φάνηκε ότι συμμετέχοντες με πολύ βραχεία διάρκεια ύπνου εμφάνιζαν κατά 27% μεγαλύτερη πιθανότητα υποκλινικής αθηροσκλήρωσης στις περιφερικές αρτηρίες συγκριτικά με την ομάδα ελέγχου. Επιπλέον, ο διακοπτόμενος ύπνος σχετίσθηκε με πολυεστιακή αθηροσκληρωτική νόσο των μη-στεφανιαίων αρτηριών. Το ποσοστό ασβέστωσης των στεφανιαίων αρτηριών δεν διέφερε στατιστικά ανάμεσα στις διάφορες ομάδες. Οι συγγραφείς διαπιστώνουν ότι η μικρή διάρκεια ύπνου και ο διακοπτόμενος ύπνος σχετίζονται ανεξάρτητα με αυξημένο κίνδυνο υποκλινικής πολυεστιακής αθηροσκλήρωσης.

(Domínguez F, Fuster V, Fernández-Alvira JM, et al. J Am Coll Cardiol. 2019;73:134-144)

Αποτελεσματικότητα και ασφάλεια του mipomersen σε πάσχοντες από ετερόζυγο οικογενή υπερχοληστερολαιμίαΗ ετερόζυγος οικογενής υπερχοληστερολαιμία (Heterozygous familial hypercholesterolemia, HeFH) αποτελέι μια γονιδιακή διαταραχή που σχετίζεται με αυξημένα επίπεδα LDL-χολ και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Το mipomersen αποτελεί ένα αντινοηματικό ολιγονουκλεοτίδιο κατά της απολιποπρωτεΐνης Β που ελαττώνει την LDL-χολ. Στην παρούσα μελέτη αξιολογήθηκαν δύο δοσολογικά σχήματα χορήγησης του mipomersen σε ασθενείς με  HeFH και LDL-χολ >160 mg/dL παρά τη χορήγηση υπολιπιδαιμικής θεραπείας στη μέγιστη ανεκτή δόση: 104 συμμετέχοντες έλαβαν 200 mg mipomersen μια φορά την εβδομάδα, 102 συμμετέχοντες ελαβαν 70 mg mipomersen τρεις φορές την εβδομάδα και 103 συμμετέχοντες έλαβαν εικονικό φάρμακο. Μετά από 60 εβδομάδες θεραπείας φάνηκε ότι τα δύο δοσολογικά σχήματα χορήγησης του mipomersen είχαν παρόμοια αποτελεσματικότητα στην ελάττωση της LDL-χολ (μείωση κατά 20% περίπου), ενώ η λιποπρωτεΐνη (α) ελαττώθηκε κατά 27% με το δοσολογικό σχήμα των 70 mg. Συμπτώματα γριππώδους συνδρομής και τοπικές αντιδράσεις στο σημείο της ένεσης οδήγησαν σε διακοπή της αγωγής σε ποσοστό 21,2% στην ομάδα των 200 mg mipomersen, 17,6% στην ομάδα των 70 mg mipomersen και 5,8% στην ομάδα του εικονικού φαρμάκου. Το υπό μελέτη φάρμακο οδήγησε σε αύξηση των τρανσαμινασών σε ποσοστό περίπου 21% των συμμετεχόντων. Συμπερασματικά, το mipomersen είναι αποτελεσματικό στη βελτίωση των λιπιδαιμικών παραμέτρων σε ασθενείς με HeFH, αλλά συνδέεται σε υψηλό ποσοστό με την εμφάνιση ανεπιθυμήτων ενεργειών. Δοσολογικό σχήμα 70 mg τρεις φορές την εβδομάδα μπορεί να βελτιώσει την ανοχή του φαρμάκου από τους ασθενείς.

(Reeskamp LF, Kastelein JJP, Moriarty PM, et al. Atherosclerosis. 2019;280:109-117)